ξαρραβωνιάζω
•
- λύνω τη δέσμευση του αρραβώνα, της μνηστείας Βικιλεξικό
- Τους ξαρραβώνιασε ο πατέρας της
- μεταφορικάδιαλύω μια σχέση μεταξύ δύο καταστάσεων, μια δέσμευση π.χ. για αγορά όπου είχα δώσει καπάρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαρραβωνιάζω < ξε + αρραβωνιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαρραβωνιάζω | ξαρραβωνιάζεις | ξαρραβωνιάζει | ξαρραβωνιάζουμε | ξαρραβωνιάζετε | ξαρραβωνιάζουν / ξαρραβωνιάζουνε |
| Παρατατικός | ξαρραβώνιαζα | ξαρραβώνιαζες | ξαρραβώνιαζε | ξαρραβωνιάζαμε | ξαρραβωνιάζατε | ξαρραβωνιάζαν / ξαρραβωνιάζανε / ξαρραβώνιαζαν |
| Αόριστος | ξαρραβώνιασα | ξαρραβώνιασες | ξαρραβώνιασε | ξαρραβωνιάσαμε | ξαρραβωνιάσατε | ξαρραβωνιάσαν / ξαρραβωνιάσανε / ξαρραβώνιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξαρραβωνιάζω / θα ξαρραβωνιάσω | θα ξαρραβωνιάζεις / θα ξαρραβωνιάσεις | θα ξαρραβωνιάζει / θα ξαρραβωνιάσει | θα ξαρραβωνιάζουμε / θα ξαρραβωνιάσουμε | θα ξαρραβωνιάζετε / θα ξαρραβωνιάσετε | θα ξαρραβωνιάζουν / θα ξαρραβωνιάζουνε / θα ξαρραβωνιάσουν / θα ξαρραβωνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαρραβωνιάσει | έχεις ξαρραβωνιάσει | έχει ξαρραβωνιάσει | έχουμε ξαρραβωνιάσει | έχετε ξαρραβωνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαρραβωνιάσει | είχες ξαρραβωνιάσει | είχε ξαρραβωνιάσει | είχαμε ξαρραβωνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαρραβωνιάσει / να ξαρραβωνιάζω / να ξαρραβωνιάσω | να έχεις ξαρραβωνιάσει / να ξαρραβωνιάζεις / να ξαρραβωνιάσεις | να έχει ξαρραβωνιάσει / να ξαρραβωνιάζει / να ξαρραβωνιάσει | να έχουμε ξαρραβωνιάσει / να ξαρραβωνιάζουμε / να ξαρραβωνιάσουμε | να έχετε ξαρραβωνιάσει / να ξαρραβωνιάζετε / να ξαρραβωνιάσετε | να ξαρραβωνιάζουν / να ξαρραβωνιάζουνε / να ξαρραβωνιάσουν / να ξαρραβωνιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξαρραβώνιαζε / ξαρραβώνιασε | — | — | ξαρραβωνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξαρραβωνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →