ξασπρίζω
•
- λευκαίνω Βικιλεξικό
- χάνω το χρώμα μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξασπρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξασπρίζω | ξασπρίζεις | ξασπρίζει | ξασπρίζουμε | ξασπρίζετε | ξασπρίζουν / ξασπρίζουνε |
| Παρατατικός | ξάσπριζα | ξάσπριζες | ξάσπριζε | ξασπρίζαμε | ξασπρίζατε | ξάσπριζαν / ξασπρίζαν / ξασπρίζανε |
| Αόριστος | ξάσπρισα | ξάσπρισες | ξάσπρισε | ξασπρίσαμε | ξασπρίσατε | ξάσπρισαν / ξασπρίσαν / ξασπρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξασπρίζω / θα ξασπρίσω | θα ξασπρίζεις / θα ξασπρίσεις | θα ξασπρίζει / θα ξασπρίσει | θα ξασπρίζουμε / θα ξασπρίσουμε | θα ξασπρίζετε / θα ξασπρίσετε | θα ξασπρίζουν / θα ξασπρίζουνε / θα ξασπρίσουν / θα ξασπρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξασπρίσει | έχεις ξασπρίσει | έχει ξασπρίσει | έχουμε ξασπρίσει | έχετε ξασπρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξασπρίσει | είχες ξασπρίσει | είχε ξασπρίσει | είχαμε ξασπρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξασπρίσει / να ξασπρίζω / να ξασπρίσω | να έχεις ξασπρίσει / να ξασπρίζεις / να ξασπρίσεις | να έχει ξασπρίσει / να ξασπρίζει / να ξασπρίσει | να έχουμε ξασπρίσει / να ξασπρίζουμε / να ξασπρίσουμε | να έχετε ξασπρίσει / να ξασπρίζετε / να ξασπρίσετε | να ξασπρίζουν / να ξασπρίζουνε / να ξασπρίσουν / να ξασπρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξάσπριζε / ξάσπρισε | — | — | ξασπρίζετε / ξασπρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →