Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαφνίζω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοεκφορά του ξαφνιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαφνίζω < μεσαιωνική ελληνική ἐξαφνίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξαφνίζωξαφνίζειςξαφνίζειξαφνίζουμεξαφνίζετεξαφνίζουν / ξαφνίζουνε
Παρατατικόςξάφνιζαξάφνιζεςξάφνιζεξαφνίζαμεξαφνίζατεξάφνιζαν / ξαφνίζαν / ξαφνίζανε
Αόριστοςξάφνισαξάφνισεςξάφνισεξαφνίσαμεξαφνίσατεξάφνισαν / ξαφνίσαν / ξαφνίσανε
Μέλλονταςθα ξαφνίζω / θα ξαφνίσωθα ξαφνίζεις / θα ξαφνίσειςθα ξαφνίζει / θα ξαφνίσειθα ξαφνίζουμε / θα ξαφνίσουμεθα ξαφνίζετε / θα ξαφνίσετεθα ξαφνίζουν / θα ξαφνίζουνε / θα ξαφνίσουν / θα ξαφνίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξαφνίσειέχεις ξαφνίσειέχει ξαφνίσειέχουμε ξαφνίσειέχετε ξαφνίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξαφνίσειείχες ξαφνίσειείχε ξαφνίσειείχαμε ξαφνίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξαφνίσει / να ξαφνίζω / να ξαφνίσωνα έχεις ξαφνίσει / να ξαφνίζεις / να ξαφνίσειςνα έχει ξαφνίσει / να ξαφνίζει / να ξαφνίσεινα έχουμε ξαφνίσει / να ξαφνίζουμε / να ξαφνίσουμενα έχετε ξαφνίσει / να ξαφνίζετε / να ξαφνίσετενα ξαφνίζουν / να ξαφνίζουνε / να ξαφνίσουν / να ξαφνίσουνε
Προστακτική—ξάφνιζε / ξάφνισε——ξαφνίζετε / ξαφνίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →