ξαφνίζω
•
- παρωχημένοεκφορά του ξαφνιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαφνίζω < μεσαιωνική ελληνική ἐξαφνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαφνίζω | ξαφνίζεις | ξαφνίζει | ξαφνίζουμε | ξαφνίζετε | ξαφνίζουν / ξαφνίζουνε |
| Παρατατικός | ξάφνιζα | ξάφνιζες | ξάφνιζε | ξαφνίζαμε | ξαφνίζατε | ξάφνιζαν / ξαφνίζαν / ξαφνίζανε |
| Αόριστος | ξάφνισα | ξάφνισες | ξάφνισε | ξαφνίσαμε | ξαφνίσατε | ξάφνισαν / ξαφνίσαν / ξαφνίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαφνίζω / θα ξαφνίσω | θα ξαφνίζεις / θα ξαφνίσεις | θα ξαφνίζει / θα ξαφνίσει | θα ξαφνίζουμε / θα ξαφνίσουμε | θα ξαφνίζετε / θα ξαφνίσετε | θα ξαφνίζουν / θα ξαφνίζουνε / θα ξαφνίσουν / θα ξαφνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαφνίσει | έχεις ξαφνίσει | έχει ξαφνίσει | έχουμε ξαφνίσει | έχετε ξαφνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαφνίσει | είχες ξαφνίσει | είχε ξαφνίσει | είχαμε ξαφνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαφνίσει / να ξαφνίζω / να ξαφνίσω | να έχεις ξαφνίσει / να ξαφνίζεις / να ξαφνίσεις | να έχει ξαφνίσει / να ξαφνίζει / να ξαφνίσει | να έχουμε ξαφνίσει / να ξαφνίζουμε / να ξαφνίσουμε | να έχετε ξαφνίσει / να ξαφνίζετε / να ξαφνίσετε | να ξαφνίζουν / να ξαφνίζουνε / να ξαφνίσουν / να ξαφνίσουνε |
| Προστακτική | — | ξάφνιζε / ξάφνισε | — | — | ξαφνίζετε / ξαφνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →