ξαφρίζω
•
- αφαιρώ τον αφρό από την επιφάνεια υγρού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαφαιρώ αυτό που βγαίνει στον αφρό υγρού μέσα στο οποίο βράζει κάτι Βικιλεξικό
- Κάθε τόσο ξάφριζε το κρέας με τον κεψέ.
- μεταφορικάαφαιρώ με δόλιο τρόπο χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας από κάποιον ή κάπου Βικιλεξικό
- Ριφιφίδες μπήκαν από το διπλανό μαγαζί και ξαφρίσανε ό,τι ήταν χρυσό.
- μεταφορικάεπιλέγω το καλύτερο μέρος από εμπόρευμα εκτεθειμένο σε βιτρίνα Βικιλεξικό
- αμετάβατοθυμώνω, γίνομαι έξαλλος Βικιλεξικό
- Ξάφριζε απ' το κακό του.
Ετυμολογία
ξαφρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαφρίζω < ελληνιστική κοινή ἐξαφρίζω (αφαιρώ τον αφρό με βράσιμο), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήνετος < αρχαία ελληνική ἐξαφρίζομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαφρίζω | ξαφρίζεις | ξαφρίζει | ξαφρίζουμε | ξαφρίζετε | ξαφρίζουν / ξαφρίζουνε |
| Παρατατικός | ξάφριζα | ξάφριζες | ξάφριζε | ξαφρίζαμε | ξαφρίζατε | ξάφριζαν / ξαφρίζαν / ξαφρίζανε |
| Αόριστος | ξάφρισα | ξάφρισες | ξάφρισε | ξαφρίσαμε | ξαφρίσατε | ξάφρισαν / ξαφρίσαν / ξαφρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαφρίζω / θα ξαφρίσω | θα ξαφρίζεις / θα ξαφρίσεις | θα ξαφρίζει / θα ξαφρίσει | θα ξαφρίζουμε / θα ξαφρίσουμε | θα ξαφρίζετε / θα ξαφρίσετε | θα ξαφρίζουν / θα ξαφρίζουνε / θα ξαφρίσουν / θα ξαφρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαφρίσει | έχεις ξαφρίσει | έχει ξαφρίσει | έχουμε ξαφρίσει | έχετε ξαφρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαφρίσει | είχες ξαφρίσει | είχε ξαφρίσει | είχαμε ξαφρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαφρίσει / να ξαφρίζω / να ξαφρίσω | να έχεις ξαφρίσει / να ξαφρίζεις / να ξαφρίσεις | να έχει ξαφρίσει / να ξαφρίζει / να ξαφρίσει | να έχουμε ξαφρίσει / να ξαφρίζουμε / να ξαφρίσουμε | να έχετε ξαφρίσει / να ξαφρίζετε / να ξαφρίσετε | να ξαφρίζουν / να ξαφρίζουνε / να ξαφρίσουν / να ξαφρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξάφριζε / ξάφρισε | — | — | ξαφρίζετε / ξαφρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →