Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαφρίζω

/ksaˈfɾi.zo/ρήμα
•
  1. αφαιρώ τον αφρό από την επιφάνεια υγρού Βικιλεξικό
  2. συνεκδοχικάαφαιρώ αυτό που βγαίνει στον αφρό υγρού μέσα στο οποίο βράζει κάτι Βικιλεξικό
    • Κάθε τόσο ξάφριζε το κρέας με τον κεψέ.
  3. μεταφορικάαφαιρώ με δόλιο τρόπο χρήματα ή άλλα αντικείμενα αξίας από κάποιον ή κάπου Βικιλεξικό
    • Ριφιφίδες μπήκαν από το διπλανό μαγαζί και ξαφρίσανε ό,τι ήταν χρυσό.
  4. μεταφορικάεπιλέγω το καλύτερο μέρος από εμπόρευμα εκτεθειμένο σε βιτρίνα Βικιλεξικό
  5. αμετάβατοθυμώνω, γίνομαι έξαλλος Βικιλεξικό
    • Ξάφριζε απ' το κακό του.

Ετυμολογία

ξαφρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαφρίζω < ελληνιστική κοινή ἐξαφρίζω (αφαιρώ τον αφρό με βράσιμο), με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήνετος < αρχαία ελληνική ἐξαφρίζομαι.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξαφρίζωξαφρίζειςξαφρίζειξαφρίζουμεξαφρίζετεξαφρίζουν / ξαφρίζουνε
Παρατατικόςξάφριζαξάφριζεςξάφριζεξαφρίζαμεξαφρίζατεξάφριζαν / ξαφρίζαν / ξαφρίζανε
Αόριστοςξάφρισαξάφρισεςξάφρισεξαφρίσαμεξαφρίσατεξάφρισαν / ξαφρίσαν / ξαφρίσανε
Μέλλονταςθα ξαφρίζω / θα ξαφρίσωθα ξαφρίζεις / θα ξαφρίσειςθα ξαφρίζει / θα ξαφρίσειθα ξαφρίζουμε / θα ξαφρίσουμεθα ξαφρίζετε / θα ξαφρίσετεθα ξαφρίζουν / θα ξαφρίζουνε / θα ξαφρίσουν / θα ξαφρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξαφρίσειέχεις ξαφρίσειέχει ξαφρίσειέχουμε ξαφρίσειέχετε ξαφρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξαφρίσειείχες ξαφρίσειείχε ξαφρίσειείχαμε ξαφρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξαφρίσει / να ξαφρίζω / να ξαφρίσωνα έχεις ξαφρίσει / να ξαφρίζεις / να ξαφρίσειςνα έχει ξαφρίσει / να ξαφρίζει / να ξαφρίσεινα έχουμε ξαφρίσει / να ξαφρίζουμε / να ξαφρίσουμενα έχετε ξαφρίσει / να ξαφρίζετε / να ξαφρίσετενα ξαφρίζουν / να ξαφρίζουνε / να ξαφρίσουν / να ξαφρίσουνε
Προστακτική—ξάφριζε / ξάφρισε——ξαφρίζετε / ξαφρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →