Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεβίδωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αφαίρεση ή το χαλάρωμα μιας βίδας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη μετακίνηση ενός αντικειμένου αφαιρώντας τις βίδες που το συγκρατούν Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάη υπερβολική κόπωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεβίδωμα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεβίδωμαξεβιδώματα
Γενικήξεβιδώματοςξεβιδωμάτων
Αιτιατικήξεβίδωμαξεβιδώματα
Κλητικήξεβίδωμαξεβιδώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →