ξεβασκαίνω
•
- απομακρύνω τη βασκανία, ξεματιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβασκαίνω < ξε + βασκαίνω < βασκάνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεβασκαίνω | ξεβασκαίνεις | ξεβασκαίνει | ξεβασκαίνουμε | ξεβασκαίνετε | ξεβασκαίνουν / ξεβασκαίνουνε |
| Παρατατικός | ξεβάσκαινα | ξεβάσκαινες | ξεβάσκαινε | ξεβασκαίναμε | ξεβασκαίνατε | ξεβάσκαιναν / ξεβασκαίναν / ξεβασκαίνανε |
| Αόριστος | ξεβάσκανα | ξεβάσκανες | ξεβάσκανε | ξεβασκάναμε | ξεβασκάνατε | ξεβάσκαναν / ξεβασκάναν / ξεβασκάνανε |
| Μέλλοντας | θα ξεβασκάνω / θα ξεβασκαίνω | θα ξεβασκάνεις / θα ξεβασκαίνεις | θα ξεβασκάνει / θα ξεβασκαίνει | θα ξεβασκάνουμε / θα ξεβασκαίνουμε | θα ξεβασκάνετε / θα ξεβασκαίνετε | θα ξεβασκάνουν / θα ξεβασκάνουνε / θα ξεβασκαίνουν / θα ξεβασκαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεβασκάνει | έχεις ξεβασκάνει | έχει ξεβασκάνει | έχουμε ξεβασκάνει | έχετε ξεβασκάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεβασκάνει | είχες ξεβασκάνει | είχε ξεβασκάνει | είχαμε ξεβασκάνει | είχατε ξεβασκάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεβασκάνει / να ξεβασκάνω / να ξεβασκαίνω | να έχεις ξεβασκάνει / να ξεβασκάνεις / να ξεβασκαίνεις | να έχει ξεβασκάνει / να ξεβασκάνει / να ξεβασκαίνει | να έχουμε ξεβασκάνει / να ξεβασκάνουμε / να ξεβασκαίνουμε | να έχετε ξεβασκάνει / να ξεβασκάνετε / να ξεβασκαίνετε | να ξεβασκάνουν / να ξεβασκάνουνε / να ξεβασκαίνουν / να ξεβασκαίνουνε |
| Προστακτική | — | ξεβάσκαινε / ξεβάσκανε | — | — | ξεβασκάνετε / ξεβασκαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →