ξεβασκαμένος
•
- που τον έχουν απαλλάξει από το μάτιασμα, τη βασκανία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβασκαμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεβασκαίνω
Άλλοι τύποι
ξεβασκαμέναξεβασκαμένεξεβασκαμένεςξεβασκαμένηξεβασκαμένηςξεβασκαμένοξεβασκαμένοιξεβασκαμένοςξεβασκαμένουξεβασκαμένουςξεβασκαμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →