Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεβγάλτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόπρόσωπο που συνοδεύει, ως ουδέτερος σε διαμάχη (βεντέτα) τρίτων, ένα άτομο προκειμένου αυτό να εξέλθει από το σπίτι του και να κυκλοφορήσει με ασφάλεια, χωρίς να κινδυνεύει να δεχθεί επίθεση από τους αντιπάλους του· (κυριολεκτικά) αυτός που βγάζει Βικιλεξικό
    • Αν κάποιος είχε να κάνει μια σπουδαία δουλειά -βαφτίσια, γάμο, κηδεία […]- σε μια ουδέτερη περιοχή, μπορούσε να πάρει μαζί του έναν ξεβγάλτη· δηλαδή έναν βαρειά οπλισμένο ουδέτερο, κι αν ήταν δυνατό ένα Νυκλιάνο, με τη φαμίλια του οποίου η άλλη πλευρά δεν ήθελε ν' αρχίσει ακούσια τσακωμό· έναν άντρα που η παρουσία του έβγαζε το συνοδό του από τη διαμάχη
    • Στη Μάνη οι φονιάδες μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα συνοδευόμενοι από έναν ουδέτερο προστάτη (ξεβγάλτης)

Ετυμολογία

ξεβγάλτης < → δείτε τη λέξη ξεβγάζω

Άλλοι τύποι

ξεβγαλτάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →