ξεβράζω
•
- βγάζω στην ακτή με την ώθηση από το κύμα της θάλασσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβράζω < εκβράζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεβράζω | ξεβράζεις | ξεβράζει | ξεβράζουμε | ξεβράζετε | ξεβράζουν / ξεβράζουνε |
| Παρατατικός | ξέβραζα | ξέβραζες | ξέβραζε | ξεβράζαμε | ξεβράζατε | ξέβραζαν / ξεβράζαν / ξεβράζανε |
| Αόριστος | ξέβρασα | ξέβρασες | ξέβρασε | ξεβράσαμε | ξεβράσατε | ξέβρασαν / ξεβράσαν / ξεβράσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεβράζω / θα ξεβράσω | θα ξεβράζεις / θα ξεβράσεις | θα ξεβράζει / θα ξεβράσει | θα ξεβράζουμε / θα ξεβράσουμε | θα ξεβράζετε / θα ξεβράσετε | θα ξεβράζουν / θα ξεβράζουνε / θα ξεβράσουν / θα ξεβράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεβράσει | έχεις ξεβράσει | έχει ξεβράσει | έχουμε ξεβράσει | έχετε ξεβράσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεβράσει | είχες ξεβράσει | είχε ξεβράσει | είχαμε ξεβράσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεβράσει / να ξεβράζω / να ξεβράσω | να έχεις ξεβράσει / να ξεβράζεις / να ξεβράσεις | να έχει ξεβράσει / να ξεβράζει / να ξεβράσει | να έχουμε ξεβράσει / να ξεβράζουμε / να ξεβράσουμε | να έχετε ξεβράσει / να ξεβράζετε / να ξεβράσετε | να ξεβράζουν / να ξεβράζουνε / να ξεβράσουν / να ξεβράσουνε |
| Προστακτική | — | ξέβραζε / ξέβρασε | — | — | ξεβράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεβράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →