Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεβράκωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεβρακώνω Βικιλεξικό
  2. μεταφορικά ο εξευτελισμός Βικιλεξικό
    • Τον έχει ξεβρακώσει τον Μάκη, 8 νίκες σερί!

Ετυμολογία

ξεβράκωμα < ξεβρακώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεβράκωμαξεβρακώματα
Γενικήξεβρακώματοςξεβρακωμάτων
Αιτιατικήξεβράκωμαξεβρακώματα
Κλητικήξεβράκωμαξεβρακώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →