ξεβράκωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ξεβρακώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικά ο εξευτελισμός Βικιλεξικό
- Τον έχει ξεβρακώσει τον Μάκη, 8 νίκες σερί!
Ετυμολογία
ξεβράκωμα < ξεβρακώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεβράκωμα | ξεβρακώματα |
| Γενική | ξεβρακώματος | ξεβρακωμάτων |
| Αιτιατική | ξεβράκωμα | ξεβρακώματα |
| Κλητική | ξεβράκωμα | ξεβρακώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →