ξεβρακώνω
•
- βγάζω από κάποιον το βρακί Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκαλύπτω την ευτέλεια κάποιου ή των επιχειρημάτων του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβρακώνω < ξε- + βρακώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεβρακώνω | ξεβρακώνεις | ξεβρακώνει | ξεβρακώνουμε | ξεβρακώνετε | ξεβρακώνουν / ξεβρακώνουνε |
| Παρατατικός | ξεβράκωνα | ξεβράκωνες | ξεβράκωνε | ξεβρακώναμε | ξεβρακώνατε | ξεβράκωναν / ξεβρακώναν / ξεβρακώνανε |
| Αόριστος | ξεβράκωσα | ξεβράκωσες | ξεβράκωσε | ξεβρακώσαμε | ξεβρακώσατε | ξεβράκωσαν / ξεβρακώσαν / ξεβρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεβρακώνω / θα ξεβρακώσω | θα ξεβρακώνεις / θα ξεβρακώσεις | θα ξεβρακώνει / θα ξεβρακώσει | θα ξεβρακώνουμε / θα ξεβρακώσουμε | θα ξεβρακώνετε / θα ξεβρακώσετε | θα ξεβρακώνουν / θα ξεβρακώνουνε / θα ξεβρακώσουν / θα ξεβρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεβρακώσει | έχεις ξεβρακώσει | έχει ξεβρακώσει | έχουμε ξεβρακώσει | έχετε ξεβρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεβρακώσει | είχες ξεβρακώσει | είχε ξεβρακώσει | είχαμε ξεβρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεβρακώσει / να ξεβρακώνω / να ξεβρακώσω | να έχεις ξεβρακώσει / να ξεβρακώνεις / να ξεβρακώσεις | να έχει ξεβρακώσει / να ξεβρακώνει / να ξεβρακώσει | να έχουμε ξεβρακώσει / να ξεβρακώνουμε / να ξεβρακώσουμε | να έχετε ξεβρακώσει / να ξεβρακώνετε / να ξεβρακώσετε | να ξεβρακώνουν / να ξεβρακώνουνε / να ξεβρακώσουν / να ξεβρακώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεβράκωνε / ξεβράκωσε | — | — | ξεβρακώνετε / ξεβρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →