ξεβρομίζω
•
- αφαιρώ τη βρομιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβρομίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεβρομίζω | ξεβρομίζεις | ξεβρομίζει | ξεβρομίζουμε | ξεβρομίζετε | ξεβρομίζουν / ξεβρομίζουνε |
| Παρατατικός | ξεβρόμιζα | ξεβρόμιζες | ξεβρόμιζε | ξεβρομίζαμε | ξεβρομίζατε | ξεβρομίζαν / ξεβρομίζανε / ξεβρόμιζαν |
| Αόριστος | ξεβρόμισα | ξεβρόμισες | ξεβρόμισε | ξεβρομίσαμε | ξεβρομίσατε | ξεβρομίσαν / ξεβρομίσανε / ξεβρόμισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεβρομίζω / θα ξεβρομίσω | θα ξεβρομίζεις / θα ξεβρομίσεις | θα ξεβρομίζει / θα ξεβρομίσει | θα ξεβρομίζουμε / θα ξεβρομίσουμε | θα ξεβρομίζετε / θα ξεβρομίσετε | θα ξεβρομίζουν / θα ξεβρομίζουνε / θα ξεβρομίσουν / θα ξεβρομίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεβρομίσει | έχεις ξεβρομίσει | έχει ξεβρομίσει | έχουμε ξεβρομίσει | έχετε ξεβρομίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεβρομίσει | είχες ξεβρομίσει | είχε ξεβρομίσει | είχαμε ξεβρομίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεβρομίσει / να ξεβρομίζω / να ξεβρομίσω | να έχεις ξεβρομίσει / να ξεβρομίζεις / να ξεβρομίσεις | να έχει ξεβρομίσει / να ξεβρομίζει / να ξεβρομίσει | να έχουμε ξεβρομίσει / να ξεβρομίζουμε / να ξεβρομίσουμε | να έχετε ξεβρομίσει / να ξεβρομίζετε / να ξεβρομίσετε | να ξεβρομίζουν / να ξεβρομίζουνε / να ξεβρομίσουν / να ξεβρομίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεβρόμιζε / ξεβρόμισε | — | — | ξεβρομίζετε / ξεβρομίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →