Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεγράφω

ρήμα
•
  1. διαγράφω, αφαιρώ κάτι ή κάποιον από έναν κατάλογο στον οποίο είχε καταγραφεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδιαγράφω κάποιον από ένα θεωρητικό κατάλογο π.χ. κατάλογο φίλων ή κατάλογο συγγενών, παύω να τον θεωρώ φίλο ή συγγενή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάθεωρώ κάποιον ετοιμοθάνατο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεγράφω < ξε- + γράφω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →