ξεγυρίζω
•
- σωματική βελτίωση, ανάρρωση, συχνά μετά από μια αρρώστια ή κακουχία. Βικιλεξικό
- οι διακοπές στην εξοχή σου έκαναν καλό, ξεγύρισες!
- αλλάζω, αναστρέφω Βικιλεξικό
- η κατάσταση ξεγύρισε
Ετυμολογία
ξεγυρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεγυρίζω | ξεγυρίζεις | ξεγυρίζει | ξεγυρίζουμε | ξεγυρίζετε | ξεγυρίζουν / ξεγυρίζουνε |
| Παρατατικός | ξεγύριζα | ξεγύριζες | ξεγύριζε | ξεγυρίζαμε | ξεγυρίζατε | ξεγυρίζαν / ξεγυρίζανε / ξεγύριζαν |
| Αόριστος | ξεγύρισα | ξεγύρισες | ξεγύρισε | ξεγυρίσαμε | ξεγυρίσατε | ξεγυρίσαν / ξεγυρίσανε / ξεγύρισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεγυρίζω / θα ξεγυρίσω | θα ξεγυρίζεις / θα ξεγυρίσεις | θα ξεγυρίζει / θα ξεγυρίσει | θα ξεγυρίζουμε / θα ξεγυρίσουμε | θα ξεγυρίζετε / θα ξεγυρίσετε | θα ξεγυρίζουν / θα ξεγυρίζουνε / θα ξεγυρίσουν / θα ξεγυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεγυρίσει | έχεις ξεγυρίσει | έχει ξεγυρίσει | έχουμε ξεγυρίσει | έχετε ξεγυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεγυρίσει | είχες ξεγυρίσει | είχε ξεγυρίσει | είχαμε ξεγυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεγυρίσει / να ξεγυρίζω / να ξεγυρίσω | να έχεις ξεγυρίσει / να ξεγυρίζεις / να ξεγυρίσεις | να έχει ξεγυρίσει / να ξεγυρίζει / να ξεγυρίσει | να έχουμε ξεγυρίσει / να ξεγυρίζουμε / να ξεγυρίσουμε | να έχετε ξεγυρίσει / να ξεγυρίζετε / να ξεγυρίσετε | να ξεγυρίζουν / να ξεγυρίζουνε / να ξεγυρίσουν / να ξεγυρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεγύριζε / ξεγύρισε | — | — | ξεγυρίζετε / ξεγυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →