ξεγόφιασμα
•
- ο πόνος στο γοφό, σαν αυτός να εξαρθρώθηκε, ύστερα από απότομη κίνηση ή γενικά από καταπόνηση της συγκεκριμένης άρθρωσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεγόφιασμα < ξεγοφιάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεγόφιασμα | ξεγοφιάσματα |
| Γενική | ξεγοφιάσματος | ξεγοφιασμάτων |
| Αιτιατική | ξεγόφιασμα | ξεγοφιάσματα |
| Κλητική | ξεγόφιασμα | ξεγοφιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →