Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεγύμνωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αποβολή των ρούχων Βικιλεξικό
    • Είναι ωραία η πλάζ των γυμνιστών αλλά στη γυναίκα μου δεν αρέσει το ξεγύμνωμα
  2. μεταφορικάη αποβολή όλων όσων συγκαλύπτουν την αλήθεια, η αποκάλυψή της και η έκθεση των τυχόν ενόχων ή υπαιτίων μιας κατάστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεγύμνωμα < ξεγυμνώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεγύμνωμαξεγυμνώματα
Γενικήξεγυμνώματοςξεγυμνωμάτων
Αιτιατικήξεγύμνωμαξεγυμνώματα
Κλητικήξεγύμνωμαξεγυμνώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →