ξεδένω
•
- λύνω κάτι που ήταν δεμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεδένω < ξε- + δένω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεδένω | ξεδένεις | ξεδένει | ξεδένουμε | ξεδένετε | ξεδένουν / ξεδένουνε |
| Παρατατικός | ξέδενα | ξέδενες | ξέδενε | ξεδέναμε | ξεδένατε | ξέδεναν / ξεδέναν / ξεδένανε |
| Αόριστος | ξέδεσα | ξέδεσες | ξέδεσε | ξεδέσαμε | ξεδέσατε | ξέδεσαν / ξεδέσαν / ξεδέσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεδένω / θα ξεδέσω | θα ξεδένεις / θα ξεδέσεις | θα ξεδένει / θα ξεδέσει | θα ξεδένουμε / θα ξεδέσουμε | θα ξεδένετε / θα ξεδέσετε | θα ξεδένουν / θα ξεδένουνε / θα ξεδέσουν / θα ξεδέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεδέσει | έχεις ξεδέσει | έχει ξεδέσει | έχουμε ξεδέσει | έχετε ξεδέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεδέσει | είχες ξεδέσει | είχε ξεδέσει | είχαμε ξεδέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεδέσει / να ξεδένω / να ξεδέσω | να έχεις ξεδέσει / να ξεδένεις / να ξεδέσεις | να έχει ξεδέσει / να ξεδένει / να ξεδέσει | να έχουμε ξεδέσει / να ξεδένουμε / να ξεδέσουμε | να έχετε ξεδέσει / να ξεδένετε / να ξεδέσετε | να ξεδένουν / να ξεδένουνε / να ξεδέσουν / να ξεδέσουνε |
| Προστακτική | — | ξέδενε / ξέδεσε | — | — | ξεδένετε / ξεδέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →