ξεδιάντροπος
•
- που δεν έχει καθόλου ντροπή, άσεμνος Βικιλεξικό
- Φαίνεται όμως πως οι δυο αδελφές, κατά παράδοξο τρόπο, διαφύλασσαν ακόμη και στην ξεδιάντροπη ατμόσφαιρα των καφέ σαντάν κάτι από την υποτιθέμενη ανατροφή που άρμοζε σε αποφοίτους του Ζαππείου Παρθεναγωγείου. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Πατάκης, 2024)
- που δεν έχει καθόλου ντροπή, δεν έχει ηθικές αρχές ούτε αναστολές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεδιάντροπος < ξε- + αδιάντροπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεδιάντροπος | ξεδιάντροπη | ξεδιάντροπο |
| Γενική | ξεδιάντροπου | ξεδιάντροπης | ξεδιάντροπου |
| Αιτιατική | ξεδιάντροπο | ξεδιάντροπη | ξεδιάντροπο |
| Κλητική | ξεδιάντροπε | ξεδιάντροπη | ξεδιάντροπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεδιάντροποι | ξεδιάντροπες | ξεδιάντροπα |
| Γενική | ξεδιάντροπων | ξεδιάντροπων | ξεδιάντροπων |
| Αιτιατική | ξεδιάντροπους | ξεδιάντροπες | ξεδιάντροπα |
| Κλητική | ξεδιάντροποι | ξεδιάντροπες | ξεδιάντροπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →