Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεδιάντροπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει καθόλου ντροπή, άσεμνος Βικιλεξικό
    • Φαίνεται όμως πως οι δυο αδελφές, κατά παράδοξο τρόπο, διαφύλασσαν ακόμη και στην ξεδιάντροπη ατμόσφαιρα των καφέ σαντάν κάτι από την υποτιθέμενη ανατροφή που άρμοζε σε αποφοίτους του Ζαππείου Παρθεναγωγείου. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Πατάκης, 2024)
  2. που δεν έχει καθόλου ντροπή, δεν έχει ηθικές αρχές ούτε αναστολές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεδιάντροπος < ξε- + αδιάντροπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεδιάντροποςξεδιάντροπηξεδιάντροπο
Γενικήξεδιάντροπουξεδιάντροπηςξεδιάντροπου
Αιτιατικήξεδιάντροποξεδιάντροπηξεδιάντροπο
Κλητικήξεδιάντροπεξεδιάντροπηξεδιάντροπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεδιάντροποιξεδιάντροπεςξεδιάντροπα
Γενικήξεδιάντροπωνξεδιάντροπωνξεδιάντροπων
Αιτιατικήξεδιάντροπουςξεδιάντροπεςξεδιάντροπα
Κλητικήξεδιάντροποιξεδιάντροπεςξεδιάντροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →