ξεδιαντροπιά
•
- πράξη που χαρακτηρίζεται από απόλυτη έλλειψη ντροπής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεδιαντροπιά < ξεδιάντροπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεδιαντροπιά | ξεδιαντροπιές |
| Γενική | ξεδιαντροπιάς | ξεδιαντροπιών |
| Αιτιατική | ξεδιαντροπιά | ξεδιαντροπιές |
| Κλητική | ξεδιαντροπιά | ξεδιαντροπιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →