ξεδολώνω
•
- προφορικόβγάζω το δόλωμα από αγκίστρι Βικιλεξικό
- απαγκιστρώνω τα ψάρια από το αγκίστρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεδολώνω < ξε- + δολώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεδολώνω | ξεδολώνεις | ξεδολώνει | ξεδολώνουμε | ξεδολώνετε | ξεδολώνουν / ξεδολώνουνε |
| Παρατατικός | ξεδόλωνα | ξεδόλωνες | ξεδόλωνε | ξεδολώναμε | ξεδολώνατε | ξεδολώναν / ξεδολώνανε / ξεδόλωναν |
| Αόριστος | ξεδόλωσα | ξεδόλωσες | ξεδόλωσε | ξεδολώσαμε | ξεδολώσατε | ξεδολώσαν / ξεδολώσανε / ξεδόλωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεδολώνω / θα ξεδολώσω | θα ξεδολώνεις / θα ξεδολώσεις | θα ξεδολώνει / θα ξεδολώσει | θα ξεδολώνουμε / θα ξεδολώσουμε | θα ξεδολώνετε / θα ξεδολώσετε | θα ξεδολώνουν / θα ξεδολώνουνε / θα ξεδολώσουν / θα ξεδολώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεδολώσει | έχεις ξεδολώσει | έχει ξεδολώσει | έχουμε ξεδολώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεδολώσει | είχες ξεδολώσει | είχε ξεδολώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεδολώσει / να ξεδολώνω / να ξεδολώσω | να έχεις ξεδολώσει / να ξεδολώνεις / να ξεδολώσεις | να έχει ξεδολώσει / να ξεδολώνει / να ξεδολώσει | να έχουμε ξεδολώσει / να ξεδολώνουμε / να ξεδολώσουμε | να ξεδολώνετε / να ξεδολώσετε | να ξεδολώνουν / να ξεδολώνουνε / να ξεδολώσουν / να ξεδολώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεδολωμένο / ξεδόλωνε / ξεδόλωσε | — | — | ξεδολώνετε / ξεδολώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεδολώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →