ξεδοντιάζω
•
- αφαιρώ από κάποιον τα δόντια Βικιλεξικό
- μεταφορικάαφαιρώ από κάποιον τα όπλα ή τα επιχειρήματα και τον καθιστώ αξιοθρήνητα ακίνδυνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεδοντιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεδοντιάζω | ξεδοντιάζεις | ξεδοντιάζει | ξεδοντιάζουμε | ξεδοντιάζετε | ξεδοντιάζουν / ξεδοντιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεδόντιαζα | ξεδόντιαζες | ξεδόντιαζε | ξεδοντιάζαμε | ξεδοντιάζατε | ξεδοντιάζαν / ξεδοντιάζανε / ξεδόντιαζαν |
| Αόριστος | ξεδόντιασα | ξεδόντιασες | ξεδόντιασε | ξεδοντιάσαμε | ξεδοντιάσατε | ξεδοντιάσαν / ξεδοντιάσανε / ξεδόντιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξεδοντιάζω / θα ξεδοντιάσω | θα ξεδοντιάζεις / θα ξεδοντιάσεις | θα ξεδοντιάζει / θα ξεδοντιάσει | θα ξεδοντιάζουμε / θα ξεδοντιάσουμε | θα ξεδοντιάζετε / θα ξεδοντιάσετε | θα ξεδοντιάζουν / θα ξεδοντιάζουνε / θα ξεδοντιάσουν / θα ξεδοντιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεδοντιάσει | έχεις ξεδοντιάσει | έχει ξεδοντιάσει | έχουμε ξεδοντιάσει | έχετε ξεδοντιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεδοντιάσει | είχες ξεδοντιάσει | είχε ξεδοντιάσει | είχαμε ξεδοντιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεδοντιάσει / να ξεδοντιάζω / να ξεδοντιάσω | να έχεις ξεδοντιάσει / να ξεδοντιάζεις / να ξεδοντιάσεις | να έχει ξεδοντιάσει / να ξεδοντιάζει / να ξεδοντιάσει | να έχουμε ξεδοντιάσει / να ξεδοντιάζουμε / να ξεδοντιάσουμε | να έχετε ξεδοντιάσει / να ξεδοντιάζετε / να ξεδοντιάσετε | να ξεδοντιάζουν / να ξεδοντιάζουνε / να ξεδοντιάσουν / να ξεδοντιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεδόντιαζε / ξεδόντιασε | — | — | ξεδοντιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεδοντιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →