ξεδούλι
•
- λογοτεχνικότο κέρδος που αποκομίζει ένας εργάτης από τη δουλειά του Βικιλεξικό
- Δουλειά βαριά, για βαστάζο χεροδύναμο, όχι για ξεπεσμένο νοικοκύρη. Έβαλε τα δυνατά του για να μην αποφανεί, που τόσο σκληρά παιδευόταν, και του σηκώσει ο άνθρωπος την εμπιστοσύνη και την αποθέσει αλλού. Κι ήρθε το τέλος της βδομάδας και τον σκόλασε, έτσι καταπώς ήταν συμφωνημένο, για μια βδομάδα, και του μέτρησε το ξεδούλι.
Ετυμολογία
ξεδούλι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεδούλι | ξεδούλια |
| Γενική | ξεδουλιού | ξεδουλιών |
| Αιτιατική | ξεδούλι | ξεδούλια |
| Κλητική | ξεδούλι | ξεδούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →