ξεζαλίζω
•
- μεταβατικόδιώχνω τη ζάλη από κάποιον Βικιλεξικό
- μέσης διάθεσηςξεζαλίζομαι: μου φεύγει η ζάλη, ξεκαθαρίζει το μυαλό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεζαλίζω < ξε- στερητικό + ζαλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεζαλίζω | ξεζαλίζεις | ξεζαλίζει | ξεζαλίζουμε | ξεζαλίζετε | ξεζαλίζουν / ξεζαλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεζάλιζα | ξεζάλιζες | ξεζάλιζε | ξεζαλίζαμε | ξεζαλίζατε | ξεζάλιζαν / ξεζαλίζαν / ξεζαλίζανε |
| Αόριστος | ξεζάλισα | ξεζάλισες | ξεζάλισε | ξεζαλίσαμε | ξεζαλίσατε | ξεζάλισαν / ξεζαλίσαν / ξεζαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεζαλίζω / θα ξεζαλίσω | θα ξεζαλίζεις / θα ξεζαλίσεις | θα ξεζαλίζει / θα ξεζαλίσει | θα ξεζαλίζουμε / θα ξεζαλίσουμε | θα ξεζαλίζετε / θα ξεζαλίσετε | θα ξεζαλίζουν / θα ξεζαλίζουνε / θα ξεζαλίσουν / θα ξεζαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεζαλίσει | έχεις ξεζαλίσει | έχει ξεζαλίσει | έχουμε ξεζαλίσει | έχετε ξεζαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεζαλίσει | είχες ξεζαλίσει | είχε ξεζαλίσει | είχαμε ξεζαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεζαλίσει / να ξεζαλίζω / να ξεζαλίσω | να έχεις ξεζαλίσει / να ξεζαλίζεις / να ξεζαλίσεις | να έχει ξεζαλίσει / να ξεζαλίζει / να ξεζαλίσει | να έχουμε ξεζαλίσει / να ξεζαλίζουμε / να ξεζαλίσουμε | να έχετε ξεζαλίσει / να ξεζαλίζετε / να ξεζαλίσετε | να ξεζαλίζουν / να ξεζαλίζουνε / να ξεζαλίσουν / να ξεζαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεζάλιζε / ξεζάλισε | — | — | ξεζαλίζετε / ξεζαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →