Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεζαλίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόδιώχνω τη ζάλη από κάποιον Βικιλεξικό
  2. μέσης διάθεσηςξεζαλίζομαι: μου φεύγει η ζάλη, ξεκαθαρίζει το μυαλό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεζαλίζω < ξε- στερητικό + ζαλίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεζαλίζωξεζαλίζειςξεζαλίζειξεζαλίζουμεξεζαλίζετεξεζαλίζουν / ξεζαλίζουνε
Παρατατικόςξεζάλιζαξεζάλιζεςξεζάλιζεξεζαλίζαμεξεζαλίζατεξεζάλιζαν / ξεζαλίζαν / ξεζαλίζανε
Αόριστοςξεζάλισαξεζάλισεςξεζάλισεξεζαλίσαμεξεζαλίσατεξεζάλισαν / ξεζαλίσαν / ξεζαλίσανε
Μέλλονταςθα ξεζαλίζω / θα ξεζαλίσωθα ξεζαλίζεις / θα ξεζαλίσειςθα ξεζαλίζει / θα ξεζαλίσειθα ξεζαλίζουμε / θα ξεζαλίσουμεθα ξεζαλίζετε / θα ξεζαλίσετεθα ξεζαλίζουν / θα ξεζαλίζουνε / θα ξεζαλίσουν / θα ξεζαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεζαλίσειέχεις ξεζαλίσειέχει ξεζαλίσειέχουμε ξεζαλίσειέχετε ξεζαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεζαλίσειείχες ξεζαλίσειείχε ξεζαλίσειείχαμε ξεζαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεζαλίσει / να ξεζαλίζω / να ξεζαλίσωνα έχεις ξεζαλίσει / να ξεζαλίζεις / να ξεζαλίσειςνα έχει ξεζαλίσει / να ξεζαλίζει / να ξεζαλίσεινα έχουμε ξεζαλίσει / να ξεζαλίζουμε / να ξεζαλίσουμενα έχετε ξεζαλίσει / να ξεζαλίζετε / να ξεζαλίσετενα ξεζαλίζουν / να ξεζαλίζουνε / να ξεζαλίσουν / να ξεζαλίσουνε
Προστακτική—ξεζάλιζε / ξεζάλισε——ξεζαλίζετε / ξεζαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →