ξεζώνω
•
- βγάζω κάτι που φοράω γύρω από τη μέση μου, πχ μια ζώνη. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεζώνω < ξε- + ζώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεζώνω | ξεζώνεις | ξεζώνει | ξεζώνουμε | ξεζώνετε | ξεζώνουν / ξεζώνουνε |
| Παρατατικός | ξέζωνα | ξέζωνες | ξέζωνε | ξεζώναμε | ξεζώνατε | ξέζωναν / ξεζώναν / ξεζώνανε |
| Αόριστος | ξέζωσα | ξέζωσες | ξέζωσε | ξεζώσαμε | ξεζώσατε | ξέζωσαν / ξεζώσαν / ξεζώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεζώνω / θα ξεζώσω | θα ξεζώνεις / θα ξεζώσεις | θα ξεζώνει / θα ξεζώσει | θα ξεζώνουμε / θα ξεζώσουμε | θα ξεζώνετε / θα ξεζώσετε | θα ξεζώνουν / θα ξεζώνουνε / θα ξεζώσουν / θα ξεζώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεζώσει | έχεις ξεζώσει | έχει ξεζώσει | έχουμε ξεζώσει | έχετε ξεζώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεζώσει | είχες ξεζώσει | είχε ξεζώσει | είχαμε ξεζώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεζώσει / να ξεζώνω / να ξεζώσω | να έχεις ξεζώσει / να ξεζώνεις / να ξεζώσεις | να έχει ξεζώσει / να ξεζώνει / να ξεζώσει | να έχουμε ξεζώσει / να ξεζώνουμε / να ξεζώσουμε | να έχετε ξεζώσει / να ξεζώνετε / να ξεζώσετε | να ξεζώνουν / να ξεζώνουνε / να ξεζώσουν / να ξεζώσουνε |
| Προστακτική | — | ξέζωνε / ξέζωσε | — | — | ξεζώνετε / ξεζώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →