ξεθαρρεύω
•
- αποκτώ θάρρος, τολμώ Βικιλεξικό
- αποκτώ υπερβολικό θάρρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεθαρρεύω < μεσαιωνική ελληνική λέξη από τα ξε + θαρρεύω < (ελληνιστική κοινή) ἐκθαρρέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθαρρεύω | ξεθαρρεύεις | ξεθαρρεύει | ξεθαρρεύουμε | ξεθαρρεύετε | ξεθαρρεύουν / ξεθαρρεύουνε |
| Παρατατικός | ξεθάρρευα | ξεθάρρευες | ξεθάρρευε | ξεθαρρεύαμε | ξεθαρρεύατε | ξεθάρρευαν / ξεθαρρεύαν / ξεθαρρεύανε |
| Αόριστος | ξεθάρρεψα | ξεθάρρεψες | ξεθάρρεψε | ξεθαρρέψαμε | ξεθαρρέψατε | ξεθάρρεψαν / ξεθαρρέψαν / ξεθαρρέψανε |
| Μέλλοντας | θα ξεθαρρέψω / θα ξεθαρρεύω | θα ξεθαρρέψεις / θα ξεθαρρεύεις | θα ξεθαρρέψει / θα ξεθαρρεύει | θα ξεθαρρέψουμε / θα ξεθαρρεύουμε | θα ξεθαρρέψετε / θα ξεθαρρεύετε | θα ξεθαρρέψουν / θα ξεθαρρέψουνε / θα ξεθαρρεύουν / θα ξεθαρρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθαρρέψει | έχεις ξεθαρρέψει | έχει ξεθαρρέψει | έχουμε ξεθαρρέψει | έχετε ξεθαρρέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθαρρέψει | είχες ξεθαρρέψει | είχε ξεθαρρέψει | είχαμε ξεθαρρέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψω / να ξεθαρρεύω | να έχεις ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψεις / να ξεθαρρεύεις | να έχει ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψει / να ξεθαρρεύει | να έχουμε ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψουμε / να ξεθαρρεύουμε | να έχετε ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψετε / να ξεθαρρεύετε | να ξεθαρρέψουν / να ξεθαρρέψουνε / να ξεθαρρεύουν / να ξεθαρρεύουνε |
| Προστακτική | — | ξεθάρρευε / ξεθάρρεψε | — | — | ξεθαρρέψτε / ξεθαρρεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →