Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεθαρρεύω

ρήμα
•
  1. αποκτώ θάρρος, τολμώ Βικιλεξικό
  2. αποκτώ υπερβολικό θάρρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεθαρρεύω < μεσαιωνική ελληνική λέξη από τα ξε + θαρρεύω < (ελληνιστική κοινή) ἐκθαρρέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεθαρρεύωξεθαρρεύειςξεθαρρεύειξεθαρρεύουμεξεθαρρεύετεξεθαρρεύουν / ξεθαρρεύουνε
Παρατατικόςξεθάρρευαξεθάρρευεςξεθάρρευεξεθαρρεύαμεξεθαρρεύατεξεθάρρευαν / ξεθαρρεύαν / ξεθαρρεύανε
Αόριστοςξεθάρρεψαξεθάρρεψεςξεθάρρεψεξεθαρρέψαμεξεθαρρέψατεξεθάρρεψαν / ξεθαρρέψαν / ξεθαρρέψανε
Μέλλονταςθα ξεθαρρέψω / θα ξεθαρρεύωθα ξεθαρρέψεις / θα ξεθαρρεύειςθα ξεθαρρέψει / θα ξεθαρρεύειθα ξεθαρρέψουμε / θα ξεθαρρεύουμεθα ξεθαρρέψετε / θα ξεθαρρεύετεθα ξεθαρρέψουν / θα ξεθαρρέψουνε / θα ξεθαρρεύουν / θα ξεθαρρεύουνε
Παρακείμενοςέχω ξεθαρρέψειέχεις ξεθαρρέψειέχει ξεθαρρέψειέχουμε ξεθαρρέψειέχετε ξεθαρρέψει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεθαρρέψειείχες ξεθαρρέψειείχε ξεθαρρέψειείχαμε ξεθαρρέψει——
Υποτακτικήνα έχω ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψω / να ξεθαρρεύωνα έχεις ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψεις / να ξεθαρρεύειςνα έχει ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψει / να ξεθαρρεύεινα έχουμε ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψουμε / να ξεθαρρεύουμενα έχετε ξεθαρρέψει / να ξεθαρρέψετε / να ξεθαρρεύετενα ξεθαρρέψουν / να ξεθαρρέψουνε / να ξεθαρρεύουν / να ξεθαρρεύουνε
Προστακτική—ξεθάρρευε / ξεθάρρεψε——ξεθαρρέψτε / ξεθαρρεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →