ξεθεμελιώνω
•
- γκρεμίζω ένα οικοδόμημα από τα θεμέλια Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταστρέφω κάτι ολοκληρωτικά, ολοσχερώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεθεμελιώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεθεμελιώνω | ξεθεμελιώνεις | ξεθεμελιώνει | ξεθεμελιώνουμε | ξεθεμελιώνετε | ξεθεμελιώνουν / ξεθεμελιώνουνε |
| Παρατατικός | ξεθεμελίωνα | ξεθεμελίωνες | ξεθεμελίωνε | ξεθεμελιώναμε | ξεθεμελιώνατε | ξεθεμελίωναν / ξεθεμελιώναν / ξεθεμελιώνανε |
| Αόριστος | ξεθεμελίωσα | ξεθεμελίωσες | ξεθεμελίωσε | ξεθεμελιώσαμε | ξεθεμελιώσατε | ξεθεμελίωσαν / ξεθεμελιώσαν / ξεθεμελιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεθεμελιώνω / θα ξεθεμελιώσω | θα ξεθεμελιώνεις / θα ξεθεμελιώσεις | θα ξεθεμελιώνει / θα ξεθεμελιώσει | θα ξεθεμελιώνουμε / θα ξεθεμελιώσουμε | θα ξεθεμελιώνετε / θα ξεθεμελιώσετε | θα ξεθεμελιώνουν / θα ξεθεμελιώνουνε / θα ξεθεμελιώσουν / θα ξεθεμελιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεθεμελιώσει | έχεις ξεθεμελιώσει | έχει ξεθεμελιώσει | έχουμε ξεθεμελιώσει | έχετε ξεθεμελιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεθεμελιώσει | είχες ξεθεμελιώσει | είχε ξεθεμελιώσει | είχαμε ξεθεμελιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεθεμελιώσει / να ξεθεμελιώνω / να ξεθεμελιώσω | να έχεις ξεθεμελιώσει / να ξεθεμελιώνεις / να ξεθεμελιώσεις | να έχει ξεθεμελιώσει / να ξεθεμελιώνει / να ξεθεμελιώσει | να έχουμε ξεθεμελιώσει / να ξεθεμελιώνουμε / να ξεθεμελιώσουμε | να έχετε ξεθεμελιώσει / να ξεθεμελιώνετε / να ξεθεμελιώσετε | να ξεθεμελιώνουν / να ξεθεμελιώνουνε / να ξεθεμελιώσουν / να ξεθεμελιώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεθεμελίωνε / ξεθεμελίωσε | — | — | ξεθεμελιώνετε / ξεθεμελιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →