ξεθηκαρώνω
•
- κυρίωςβγάζω κάτι από το θηκάρι, την θήκη Βικιλεξικό
- χ.η. Γεώργιος Ε. Γεωργάς, Η άγνωστη ξιφομαχία ανάμεσα στον πρίγκιπα Γεώργιο και τον έκπτωτο σαμουράι. Τον εμπόδισε να δολοφονήσει με κατάνα τον μετέπειτα τσάρο Νικόλαο, όταν προσπάθησε να μπει σε απαγορευμένο ναό της Ιαπωνίας
Ετυμολογία
ξεθηκαρώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεθηκαρώνω. Συγχρονικά αναλύεται σε ξε- + θηκαρώνω.
Άλλοι τύποι
ξεθηκάρωσε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →