Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκάθαρος

/kseˈka.θa.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου διακρίνεται πολύ καλά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες ή παρανοήσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκάθαρος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεκάθαρος < ξεκαθαρ(ίζω) (αναδρομικός σχηματισμός της μεσαιωνικής) Μορφολογικά αναλύεται σε ξε- + καθαρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκάθαροςξεκάθαρηξεκάθαρο
Γενικήξεκάθαρουξεκάθαρηςξεκάθαρου
Αιτιατικήξεκάθαροξεκάθαρηξεκάθαρο
Κλητικήξεκάθαρεξεκάθαρηξεκάθαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκάθαροιξεκάθαρεςξεκάθαρα
Γενικήξεκάθαρωνξεκάθαρωνξεκάθαρων
Αιτιατικήξεκάθαρουςξεκάθαρεςξεκάθαρα
Κλητικήξεκάθαροιξεκάθαρεςξεκάθαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →