ξεκάρφωμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ξεκαρφώνω, η έξοδος ή εξαγωγή αιχμηρού αντικειμένου από εκεί που ήταν καρφωμένο Βικιλεξικό
- μεταφορικάαντιπερισπασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκάρφωμα < ξεκαρφώ(νω) + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκάρφωμα | ξεκαρφώματα |
| Γενική | ξεκαρφώματος | ξεκαρφωμάτων |
| Αιτιατική | ξεκάρφωμα | ξεκαρφώματα |
| Κλητική | ξεκάρφωμα | ξεκαρφώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →