ξεκάρφωτος
•
- που του έχουν φύγει τα καρφιά με τα οποία ήταν στερεωμένος ή που δεν έχει, ακόμα, στερεωθεί με καρφιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου είναι άσχετος με τα υπόλοιπα, που δεν έχει συνάφεια με τα υπόλοιπα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκάρφωτος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκάρφωτος | ξεκάρφωτη | ξεκάρφωτο |
| Γενική | ξεκάρφωτου | ξεκάρφωτης | ξεκάρφωτου |
| Αιτιατική | ξεκάρφωτο | ξεκάρφωτη | ξεκάρφωτο |
| Κλητική | ξεκάρφωτε | ξεκάρφωτη | ξεκάρφωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκάρφωτοι | ξεκάρφωτες | ξεκάρφωτα |
| Γενική | ξεκάρφωτων | ξεκάρφωτων | ξεκάρφωτων |
| Αιτιατική | ξεκάρφωτους | ξεκάρφωτες | ξεκάρφωτα |
| Κλητική | ξεκάρφωτοι | ξεκάρφωτες | ξεκάρφωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →