Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκάρφωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του έχουν φύγει τα καρφιά με τα οποία ήταν στερεωμένος ή που δεν έχει, ακόμα, στερεωθεί με καρφιά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου είναι άσχετος με τα υπόλοιπα, που δεν έχει συνάφεια με τα υπόλοιπα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκάρφωτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκάρφωτοςξεκάρφωτηξεκάρφωτο
Γενικήξεκάρφωτουξεκάρφωτηςξεκάρφωτου
Αιτιατικήξεκάρφωτοξεκάρφωτηξεκάρφωτο
Κλητικήξεκάρφωτεξεκάρφωτηξεκάρφωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκάρφωτοιξεκάρφωτεςξεκάρφωτα
Γενικήξεκάρφωτωνξεκάρφωτωνξεκάρφωτων
Αιτιατικήξεκάρφωτουςξεκάρφωτεςξεκάρφωτα
Κλητικήξεκάρφωτοιξεκάρφωτεςξεκάρφωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →