ξεκαλοκαιριό
•
- λαϊκότροποη ορεινή περιοχή που επιλέγουν οι κτηνοτρόφοι να περάσουν τους ανοιξιάτικους, καλοκαιρινούς ή πρώτους φθινοπωρινούς μήνες, ώστε να βρίσκονται κοντά σε βοσκοτόπια για το κοπάδι τους Βικιλεξικό
- λαϊκότροποάλλη γραφή του ξεκαλοκαίριασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαλοκαιριό < ξεκαλοκαιρεύω + -ιό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκαλοκαιριό | ξεκαλοκαιριά |
| Γενική | ξεκαλοκαιριού | ξεκαλοκαιριών |
| Αιτιατική | ξεκαλοκαιριό | ξεκαλοκαιριά |
| Κλητική | ξεκαλοκαιριό | ξεκαλοκαιριά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →