ξεκαμπίζω
•
- βγαίνω στον κάμπο Βικιλεξικό
- απομακρύνομαι, φεύγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαμπίζω < μεσαιωνική ελληνική ξεκαμπίζω < ἐξηκαμπίζω < ἐξ και κάμπος ( < το λατινικό campus)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαμπίζω | ξεκαμπίζεις | ξεκαμπίζει | ξεκαμπίζουμε | ξεκαμπίζετε | ξεκαμπίζουν / ξεκαμπίζουνε |
| Παρατατικός | ξεκάμπιζα | ξεκάμπιζες | ξεκάμπιζε | ξεκαμπίζαμε | ξεκαμπίζατε | ξεκάμπιζαν / ξεκαμπίζαν / ξεκαμπίζανε |
| Αόριστος | ξεκάμπισα | ξεκάμπισες | ξεκάμπισε | ξεκαμπίσαμε | ξεκαμπίσατε | ξεκάμπισαν / ξεκαμπίσαν / ξεκαμπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαμπίζω / θα ξεκαμπίσω | θα ξεκαμπίζεις / θα ξεκαμπίσεις | θα ξεκαμπίζει / θα ξεκαμπίσει | θα ξεκαμπίζουμε / θα ξεκαμπίσουμε | θα ξεκαμπίζετε / θα ξεκαμπίσετε | θα ξεκαμπίζουν / θα ξεκαμπίζουνε / θα ξεκαμπίσουν / θα ξεκαμπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαμπίσει | έχεις ξεκαμπίσει | έχει ξεκαμπίσει | έχουμε ξεκαμπίσει | έχετε ξεκαμπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαμπίσει | είχες ξεκαμπίσει | είχε ξεκαμπίσει | είχαμε ξεκαμπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαμπίσει / να ξεκαμπίζω / να ξεκαμπίσω | να έχεις ξεκαμπίσει / να ξεκαμπίζεις / να ξεκαμπίσεις | να έχει ξεκαμπίσει / να ξεκαμπίζει / να ξεκαμπίσει | να έχουμε ξεκαμπίσει / να ξεκαμπίζουμε / να ξεκαμπίσουμε | να έχετε ξεκαμπίσει / να ξεκαμπίζετε / να ξεκαμπίσετε | να ξεκαμπίζουν / να ξεκαμπίζουνε / να ξεκαμπίσουν / να ξεκαμπίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκάμπιζε / ξεκάμπισε | — | — | ξεκαμπίζετε / ξεκαμπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →