ξεκαπακώνω
•
- αφαιρώ το καπάκι από ένα δοχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαπακώνω < ξε- + καπακώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαπακώνω | ξεκαπακώνεις | ξεκαπακώνει | ξεκαπακώνουμε | ξεκαπακώνετε | ξεκαπακώνουν / ξεκαπακώνουνε |
| Παρατατικός | ξεκαπάκωνα | ξεκαπάκωνες | ξεκαπάκωνε | ξεκαπακώναμε | ξεκαπακώνατε | ξεκαπάκωναν / ξεκαπακώναν / ξεκαπακώνανε |
| Αόριστος | ξεκαπάκωσα | ξεκαπάκωσες | ξεκαπάκωσε | ξεκαπακώσαμε | ξεκαπακώσατε | ξεκαπάκωσαν / ξεκαπακώσαν / ξεκαπακώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαπακώνω / θα ξεκαπακώσω | θα ξεκαπακώνεις / θα ξεκαπακώσεις | θα ξεκαπακώνει / θα ξεκαπακώσει | θα ξεκαπακώνουμε / θα ξεκαπακώσουμε | θα ξεκαπακώνετε / θα ξεκαπακώσετε | θα ξεκαπακώνουν / θα ξεκαπακώνουνε / θα ξεκαπακώσουν / θα ξεκαπακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαπακώσει | έχεις ξεκαπακώσει | έχει ξεκαπακώσει | έχουμε ξεκαπακώσει | έχετε ξεκαπακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαπακώσει | είχες ξεκαπακώσει | είχε ξεκαπακώσει | είχαμε ξεκαπακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαπακώσει / να ξεκαπακώνω / να ξεκαπακώσω | να έχεις ξεκαπακώσει / να ξεκαπακώνεις / να ξεκαπακώσεις | να έχει ξεκαπακώσει / να ξεκαπακώνει / να ξεκαπακώσει | να έχουμε ξεκαπακώσει / να ξεκαπακώνουμε / να ξεκαπακώσουμε | να έχετε ξεκαπακώσει / να ξεκαπακώνετε / να ξεκαπακώσετε | να ξεκαπακώνουν / να ξεκαπακώνουνε / να ξεκαπακώσουν / να ξεκαπακώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκαπάκωνε / ξεκαπάκωσε | — | — | ξεκαπακώνετε / ξεκαπακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →