ξεκαπνίζω
•
- αφαιρώ την καπνιά που έχει επικαθίσει σε μια επιφάνεια Βικιλεξικό
- για αυτοκίνηταοδηγώ ανεβάζοντας ψηλά τις στροφές του κινητήρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαπνίζω < # ξε- + καπνίζω # ξεκαπνίζω την εξάτμιση (οδηγώντας με υψηλές στροφές)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαπνίζω | ξεκαπνίζεις | ξεκαπνίζει | ξεκαπνίζουμε | ξεκαπνίζετε | ξεκαπνίζουν / ξεκαπνίζουνε |
| Παρατατικός | ξεκάπνιζα | ξεκάπνιζες | ξεκάπνιζε | ξεκαπνίζαμε | ξεκαπνίζατε | ξεκάπνιζαν / ξεκαπνίζαν / ξεκαπνίζανε |
| Αόριστος | ξεκάπνισα | ξεκάπνισες | ξεκάπνισε | ξεκαπνίσαμε | ξεκαπνίσατε | ξεκάπνισαν / ξεκαπνίσαν / ξεκαπνίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαπνίζω / θα ξεκαπνίσω | θα ξεκαπνίζεις / θα ξεκαπνίσεις | θα ξεκαπνίζει / θα ξεκαπνίσει | θα ξεκαπνίζουμε / θα ξεκαπνίσουμε | θα ξεκαπνίζετε / θα ξεκαπνίσετε | θα ξεκαπνίζουν / θα ξεκαπνίζουνε / θα ξεκαπνίσουν / θα ξεκαπνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαπνίσει | έχεις ξεκαπνίσει | έχει ξεκαπνίσει | έχουμε ξεκαπνίσει | έχετε ξεκαπνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαπνίσει | είχες ξεκαπνίσει | είχε ξεκαπνίσει | είχαμε ξεκαπνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαπνίσει / να ξεκαπνίζω / να ξεκαπνίσω | να έχεις ξεκαπνίσει / να ξεκαπνίζεις / να ξεκαπνίσεις | να έχει ξεκαπνίσει / να ξεκαπνίζει / να ξεκαπνίσει | να έχουμε ξεκαπνίσει / να ξεκαπνίζουμε / να ξεκαπνίσουμε | να έχετε ξεκαπνίσει / να ξεκαπνίζετε / να ξεκαπνίσετε | να ξεκαπνίζουν / να ξεκαπνίζουνε / να ξεκαπνίσουν / να ξεκαπνίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκάπνιζε / ξεκάπνισε | — | — | ξεκαπνίζετε / ξεκαπνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →