ξεκαρδίζομαι
•
- γελάω υπερβολικά, λύνομαι στα γέλια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαρδίζομαι < ξε- καρδ(ιά) + -ίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαρδίζομαι | ξεκαρδίζεσαι | ξεκαρδίζεται | ξεκαρδιζόμαστε | ξεκαρδίζεστε | ξεκαρδίζονται |
| Παρατατικός | ξεκαρδιζόμουν / ξεκαρδιζόμουνα | ξεκαρδιζόσουν / ξεκαρδιζόσουνα | ξεκαρδιζόταν / ξεκαρδιζότανε | ξεκαρδιζόμασταν / ξεκαρδιζόμαστε | ξεκαρδιζόσασταν / ξεκαρδιζόσαστε | ξεκαρδίζονταν / ξεκαρδιζόντουσαν |
| Αόριστος | ξεκαρδίστηκα | ξεκαρδίστηκες | ξεκαρδίστηκε | ξεκαρδιστήκαμε | ξεκαρδιστήκατε | ξεκαρδίστηκαν / ξεκαρδιστήκαν / ξεκαρδιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαρδίζομαι / θα ξεκαρδιστώ | θα ξεκαρδίζεσαι / θα ξεκαρδιστείς | θα ξεκαρδίζεται / θα ξεκαρδιστεί | θα ξεκαρδιζόμαστε / θα ξεκαρδιστούμε | θα ξεκαρδίζεστε / θα ξεκαρδιστείτε | θα ξεκαρδίζονται / θα ξεκαρδιστούν / θα ξεκαρδιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαρδιστεί | έχεις ξεκαρδιστεί | έχει ξεκαρδιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαρδιστεί | είχες ξεκαρδιστεί | είχε ξεκαρδιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζομαι / να ξεκαρδιστώ | να έχεις ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζεσαι / να ξεκαρδιστείς | να έχει ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζεται / να ξεκαρδιστεί | να ξεκαρδιζόμαστε / να ξεκαρδιστούμε | να ξεκαρδίζεστε / να ξεκαρδιστείτε | να ξεκαρδίζονται / να ξεκαρδιστούν / να ξεκαρδιστούνε |
| Προστακτική | — | ξεκαρδίζου / ξεκαρδίσου | — | — | ξεκαρδίζεστε / ξεκαρδιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →