Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκαρδίζομαι

/kse.kaɾˈði.zo.me/ρήμα
•
  1. γελάω υπερβολικά, λύνομαι στα γέλια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκαρδίζομαι < ξε- καρδ(ιά) + -ίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκαρδίζομαιξεκαρδίζεσαιξεκαρδίζεταιξεκαρδιζόμαστεξεκαρδίζεστεξεκαρδίζονται
Παρατατικόςξεκαρδιζόμουν / ξεκαρδιζόμουναξεκαρδιζόσουν / ξεκαρδιζόσουναξεκαρδιζόταν / ξεκαρδιζότανεξεκαρδιζόμασταν / ξεκαρδιζόμαστεξεκαρδιζόσασταν / ξεκαρδιζόσαστεξεκαρδίζονταν / ξεκαρδιζόντουσαν
Αόριστοςξεκαρδίστηκαξεκαρδίστηκεςξεκαρδίστηκεξεκαρδιστήκαμεξεκαρδιστήκατεξεκαρδίστηκαν / ξεκαρδιστήκαν / ξεκαρδιστήκανε
Μέλλονταςθα ξεκαρδίζομαι / θα ξεκαρδιστώθα ξεκαρδίζεσαι / θα ξεκαρδιστείςθα ξεκαρδίζεται / θα ξεκαρδιστείθα ξεκαρδιζόμαστε / θα ξεκαρδιστούμεθα ξεκαρδίζεστε / θα ξεκαρδιστείτεθα ξεκαρδίζονται / θα ξεκαρδιστούν / θα ξεκαρδιστούνε
Παρακείμενοςέχω ξεκαρδιστείέχεις ξεκαρδιστείέχει ξεκαρδιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκαρδιστείείχες ξεκαρδιστείείχε ξεκαρδιστεί———
Υποτακτικήνα έχω ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζομαι / να ξεκαρδιστώνα έχεις ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζεσαι / να ξεκαρδιστείςνα έχει ξεκαρδιστεί / να ξεκαρδίζεται / να ξεκαρδιστείνα ξεκαρδιζόμαστε / να ξεκαρδιστούμενα ξεκαρδίζεστε / να ξεκαρδιστείτενα ξεκαρδίζονται / να ξεκαρδιστούν / να ξεκαρδιστούνε
Προστακτική—ξεκαρδίζου / ξεκαρδίσου——ξεκαρδίζεστε / ξεκαρδιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →