ξεκαρφιτσώνω
•
- αφαιρώ τις καρφίτσες ή τις πινέζες από κάπου Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαφαιρώ κάτι που είναι καρφιτσωμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαρφιτσώνω< ξε- + καρφιτσώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκαρφιτσώνω | ξεκαρφιτσώνεις | ξεκαρφιτσώνει | ξεκαρφιτσώνουμε | ξεκαρφιτσώνετε | ξεκαρφιτσώνουν / ξεκαρφιτσώνουνε |
| Παρατατικός | ξεκαρφίτσωνα | ξεκαρφίτσωνες | ξεκαρφίτσωνε | ξεκαρφιτσώναμε | ξεκαρφιτσώνατε | ξεκαρφίτσωναν / ξεκαρφιτσώναν / ξεκαρφιτσώνανε |
| Αόριστος | ξεκαρφίτσωσα | ξεκαρφίτσωσες | ξεκαρφίτσωσε | ξεκαρφιτσώσαμε | ξεκαρφιτσώσατε | ξεκαρφίτσωσαν / ξεκαρφιτσώσαν / ξεκαρφιτσώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκαρφιτσώνω / θα ξεκαρφιτσώσω | θα ξεκαρφιτσώνεις / θα ξεκαρφιτσώσεις | θα ξεκαρφιτσώνει / θα ξεκαρφιτσώσει | θα ξεκαρφιτσώνουμε / θα ξεκαρφιτσώσουμε | θα ξεκαρφιτσώνετε / θα ξεκαρφιτσώσετε | θα ξεκαρφιτσώνουν / θα ξεκαρφιτσώνουνε / θα ξεκαρφιτσώσουν / θα ξεκαρφιτσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκαρφιτσώσει | έχεις ξεκαρφιτσώσει | έχει ξεκαρφιτσώσει | έχουμε ξεκαρφιτσώσει | έχετε ξεκαρφιτσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκαρφιτσώσει | είχες ξεκαρφιτσώσει | είχε ξεκαρφιτσώσει | είχαμε ξεκαρφιτσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκαρφιτσώσει / να ξεκαρφιτσώνω / να ξεκαρφιτσώσω | να έχεις ξεκαρφιτσώσει / να ξεκαρφιτσώνεις / να ξεκαρφιτσώσεις | να έχει ξεκαρφιτσώσει / να ξεκαρφιτσώνει / να ξεκαρφιτσώσει | να έχουμε ξεκαρφιτσώσει / να ξεκαρφιτσώνουμε / να ξεκαρφιτσώσουμε | να έχετε ξεκαρφιτσώσει / να ξεκαρφιτσώνετε / να ξεκαρφιτσώσετε | να ξεκαρφιτσώνουν / να ξεκαρφιτσώνουνε / να ξεκαρφιτσώσουν / να ξεκαρφιτσώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκαρφίτσωνε / ξεκαρφίτσωσε | — | — | ξεκαρφιτσώνετε / ξεκαρφιτσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →