Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκατίνιασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποη εξαχρείωση κυρίως γυναικών αλλά συχνά και ανδρών, όταν φιλονικούν με χυδαιότητα και κατεβάζουν ακόμα χαμηλότερα το επιπεδο της αντιπαράθεσής τους Βικιλεξικό
  2. αρχική έννοιαη αφόρητη και συχνά μοιραία για το ζώο ταλαιπωρία της ράχης του όταν κάποιος το φορτώνει με υπερβολικό βάρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκατίνιασμα < ξε και κατίνα (η ράχη των υποζυγίων). Σημειώνεται ότι έχει παρετυμολογηθεί από το χαϊδευτικό του Αικατερίνη, Κατίνα και λόγω του γαλλικού υβριστικού catin και επειδή το Κατίνα ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο όνομα στο παρελθόν.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεκατίνιασμαξεκατινιάσματα
Γενικήξεκατινιάσματοςξεκατινιασμάτων
Αιτιατικήξεκατίνιασμαξεκατινιάσματα
Κλητικήξεκατίνιασμαξεκατινιάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →