ξεκατινιάζω
•
- εξαντλώ κάποιον τελείως από βάρος ή κούραση Βικιλεξικό
- μεταφορικάξεφτιλίζω κάποιον από το βάρος κατηγοριών που του αποδίδονται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκατινιάζω < ξε- + κατινιάζω εκ του κατίνα (= ράχη)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκατινιάζω | ξεκατινιάζεις | ξεκατινιάζει | ξεκατινιάζουμε | ξεκατινιάζετε | ξεκατινιάζουν / ξεκατινιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεκατίνιαζα | ξεκατίνιαζες | ξεκατίνιαζε | ξεκατινιάζαμε | ξεκατινιάζατε | ξεκατίνιαζαν / ξεκατινιάζαν / ξεκατινιάζανε |
| Αόριστος | ξεκατίνιασα | ξεκατίνιασες | ξεκατίνιασε | ξεκατινιάσαμε | ξεκατινιάσατε | ξεκατίνιασαν / ξεκατινιάσαν / ξεκατινιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκατινιάζω / θα ξεκατινιάσω | θα ξεκατινιάζεις / θα ξεκατινιάσεις | θα ξεκατινιάζει / θα ξεκατινιάσει | θα ξεκατινιάζουμε / θα ξεκατινιάσουμε | θα ξεκατινιάζετε / θα ξεκατινιάσετε | θα ξεκατινιάζουν / θα ξεκατινιάζουνε / θα ξεκατινιάσουν / θα ξεκατινιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκατινιάσει | έχεις ξεκατινιάσει | έχει ξεκατινιάσει | έχουμε ξεκατινιάσει | έχετε ξεκατινιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκατινιάσει | είχες ξεκατινιάσει | είχε ξεκατινιάσει | είχαμε ξεκατινιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζω / να ξεκατινιάσω | να έχεις ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζεις / να ξεκατινιάσεις | να έχει ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζει / να ξεκατινιάσει | να έχουμε ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζουμε / να ξεκατινιάσουμε | να έχετε ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζετε / να ξεκατινιάσετε | να ξεκατινιάζουν / να ξεκατινιάζουνε / να ξεκατινιάσουν / να ξεκατινιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκατίνιαζε / ξεκατίνιασε | — | — | ξεκατινιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκατινιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →