Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκατινιάζω

ρήμα
•
  1. εξαντλώ κάποιον τελείως από βάρος ή κούραση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάξεφτιλίζω κάποιον από το βάρος κατηγοριών που του αποδίδονται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκατινιάζω < ξε- + κατινιάζω εκ του κατίνα (= ράχη)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκατινιάζωξεκατινιάζειςξεκατινιάζειξεκατινιάζουμεξεκατινιάζετεξεκατινιάζουν / ξεκατινιάζουνε
Παρατατικόςξεκατίνιαζαξεκατίνιαζεςξεκατίνιαζεξεκατινιάζαμεξεκατινιάζατεξεκατίνιαζαν / ξεκατινιάζαν / ξεκατινιάζανε
Αόριστοςξεκατίνιασαξεκατίνιασεςξεκατίνιασεξεκατινιάσαμεξεκατινιάσατεξεκατίνιασαν / ξεκατινιάσαν / ξεκατινιάσανε
Μέλλονταςθα ξεκατινιάζω / θα ξεκατινιάσωθα ξεκατινιάζεις / θα ξεκατινιάσειςθα ξεκατινιάζει / θα ξεκατινιάσειθα ξεκατινιάζουμε / θα ξεκατινιάσουμεθα ξεκατινιάζετε / θα ξεκατινιάσετεθα ξεκατινιάζουν / θα ξεκατινιάζουνε / θα ξεκατινιάσουν / θα ξεκατινιάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκατινιάσειέχεις ξεκατινιάσειέχει ξεκατινιάσειέχουμε ξεκατινιάσειέχετε ξεκατινιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκατινιάσειείχες ξεκατινιάσειείχε ξεκατινιάσειείχαμε ξεκατινιάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζω / να ξεκατινιάσωνα έχεις ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζεις / να ξεκατινιάσειςνα έχει ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζει / να ξεκατινιάσεινα έχουμε ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζουμε / να ξεκατινιάσουμενα έχετε ξεκατινιάσει / να ξεκατινιάζετε / να ξεκατινιάσετενα ξεκατινιάζουν / να ξεκατινιάζουνε / να ξεκατινιάσουν / να ξεκατινιάσουνε
Προστακτική—ξεκατίνιαζε / ξεκατίνιασε——ξεκατινιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξεκατινιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →