ξεκαύλωτος
•
- ξεκαύλωτος, ο μη βρισκόμενος σε στύση, χαλαρό πέος Βικιλεξικό
- μεταφορικάξενέρωτος, ανιαρός, μαλθακός, φλώρος, βαρετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκαύλωτος < ρηματικό επίθετο σε -τος του ρήματος ξεκαυλώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκαύλωτος | ξεκαύλωτη | ξεκαύλωτο |
| Γενική | ξεκαύλωτου | ξεκαύλωτης | ξεκαύλωτου |
| Αιτιατική | ξεκαύλωτο | ξεκαύλωτη | ξεκαύλωτο |
| Κλητική | ξεκαύλωτε | ξεκαύλωτη | ξεκαύλωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκαύλωτοι | ξεκαύλωτες | ξεκαύλωτα |
| Γενική | ξεκαύλωτων | ξεκαύλωτων | ξεκαύλωτων |
| Αιτιατική | ξεκαύλωτους | ξεκαύλωτες | ξεκαύλωτα |
| Κλητική | ξεκαύλωτοι | ξεκαύλωτες | ξεκαύλωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →