Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκαύλωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ξεκαύλωτος, ο μη βρισκόμενος σε στύση, χαλαρό πέος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάξενέρωτος, ανιαρός, μαλθακός, φλώρος, βαρετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκαύλωτος < ρηματικό επίθετο σε -τος του ρήματος ξεκαυλώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκαύλωτοςξεκαύλωτηξεκαύλωτο
Γενικήξεκαύλωτουξεκαύλωτηςξεκαύλωτου
Αιτιατικήξεκαύλωτοξεκαύλωτηξεκαύλωτο
Κλητικήξεκαύλωτεξεκαύλωτηξεκαύλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκαύλωτοιξεκαύλωτεςξεκαύλωτα
Γενικήξεκαύλωτωνξεκαύλωτωνξεκαύλωτων
Αιτιατικήξεκαύλωτουςξεκαύλωτεςξεκαύλωτα
Κλητικήξεκαύλωτοιξεκαύλωτεςξεκαύλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →