Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκινώ

ρήμα
•
  1. αμετάβατοαρχίζω να κινούμαι κατευθυνόμενος προς τα κάπου Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόθέτω σε κίνηση ή σε λειτουργία κάτι Βικιλεξικό
  3. αμετάβατοαρχίζω να κάνω κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκινώ < ξε- + κινώ < αρχαία ελληνική ἐκκινῶ (το πρόθημα ξε- αντικατέστησε την πρόθεση ἐκ)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκινάω / ξεκινώξεκινάςξεκινά / ξεκινάειξεκινάμε / ξεκινούμεξεκινάτεξεκινάν / ξεκινάνε / ξεκινούν / ξεκινούνε
Παρατατικόςξεκίναγα / ξεκινούσαξεκίναγες / ξεκινούσεςξεκίναγε / ξεκινούσεξεκινάγαμε / ξεκινούσαμεξεκινάγατε / ξεκινούσατεξεκίναγαν / ξεκινάγανε / ξεκινούσαν / ξεκινούσανε
Αόριστοςξεκίνησαξεκίνησεςξεκίνησεξεκινήσαμεξεκινήσατεξεκίνησαν / ξεκινήσαν
Μέλλονταςθα ξεκινάω / θα ξεκινήσω / θα ξεκινώθα ξεκινάς / θα ξεκινήσειςθα ξεκινά / θα ξεκινάει / θα ξεκινήσειθα ξεκινάμε / θα ξεκινήσουμε / θα ξεκινούμεθα ξεκινάτε / θα ξεκινήσετεθα ξεκινάν / θα ξεκινάνε / θα ξεκινούν / θα ξεκινούνε
Υποτακτικήνα ξεκινάω / να ξεκινήσω / να ξεκινώνα ξεκινάς / να ξεκινήσειςνα ξεκινά / να ξεκινάει / να ξεκινήσεινα ξεκινάμε / να ξεκινήσουμε / να ξεκινούμενα ξεκινάτε / να ξεκινήσετενα ξεκινάν / να ξεκινάνε / να ξεκινούν / να ξεκινούνε
Προστακτική—ξεκίνα / ξεκίναγε / ξεκίνησε——ξεκινάτε / ξεκινήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →