ξεκινώ
•
- αμετάβατοαρχίζω να κινούμαι κατευθυνόμενος προς τα κάπου Βικιλεξικό
- μεταβατικόθέτω σε κίνηση ή σε λειτουργία κάτι Βικιλεξικό
- αμετάβατοαρχίζω να κάνω κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκινώ < ξε- + κινώ < αρχαία ελληνική ἐκκινῶ (το πρόθημα ξε- αντικατέστησε την πρόθεση ἐκ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκινάω / ξεκινώ | ξεκινάς | ξεκινά / ξεκινάει | ξεκινάμε / ξεκινούμε | ξεκινάτε | ξεκινάν / ξεκινάνε / ξεκινούν / ξεκινούνε |
| Παρατατικός | ξεκίναγα / ξεκινούσα | ξεκίναγες / ξεκινούσες | ξεκίναγε / ξεκινούσε | ξεκινάγαμε / ξεκινούσαμε | ξεκινάγατε / ξεκινούσατε | ξεκίναγαν / ξεκινάγανε / ξεκινούσαν / ξεκινούσανε |
| Αόριστος | ξεκίνησα | ξεκίνησες | ξεκίνησε | ξεκινήσαμε | ξεκινήσατε | ξεκίνησαν / ξεκινήσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεκινάω / θα ξεκινήσω / θα ξεκινώ | θα ξεκινάς / θα ξεκινήσεις | θα ξεκινά / θα ξεκινάει / θα ξεκινήσει | θα ξεκινάμε / θα ξεκινήσουμε / θα ξεκινούμε | θα ξεκινάτε / θα ξεκινήσετε | θα ξεκινάν / θα ξεκινάνε / θα ξεκινούν / θα ξεκινούνε |
| Υποτακτική | να ξεκινάω / να ξεκινήσω / να ξεκινώ | να ξεκινάς / να ξεκινήσεις | να ξεκινά / να ξεκινάει / να ξεκινήσει | να ξεκινάμε / να ξεκινήσουμε / να ξεκινούμε | να ξεκινάτε / να ξεκινήσετε | να ξεκινάν / να ξεκινάνε / να ξεκινούν / να ξεκινούνε |
| Προστακτική | — | ξεκίνα / ξεκίναγε / ξεκίνησε | — | — | ξεκινάτε / ξεκινήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →