Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκληρίζω

ρήμα
•
  1. σκοτώνω εξ αμελείας ή σκοπίμως τα μέλη μιας οικογένειας Βικιλεξικό
    • Τετραμελής οικογένεια ξεκληρίστηκε τα ξημερώματα σε τροχαίο στην...
  2. μεταφορικάσκοτώνω πολλά άτομα μίας ομάδας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεξοντώνω, αποτελειώνω την ποιότητα ζωής, καταστρέφω την οικονομική ζωή και τη δυνατότητα απόκτησης ή κληροδότησης γης Βικιλεξικό
    • στη Βραζιλία, που ξεκληριζουν κάθε ίχνος ελπίδας και ζωής από δεκάχρονα παιδιά
    • ..της ΕΕ, που ξεκληρίζει τη μικρομεσαία αγροτιά και καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις

Ετυμολογία

ξεκληρίζω < μεσαιωνική ελληνική ξεκληρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκληρίζωξεκληρίζειςξεκληρίζειξεκληρίζουμεξεκληρίζετεξεκληρίζουν / ξεκληρίζουνε
Παρατατικόςξεκλήριζαξεκλήριζεςξεκλήριζεξεκληρίζαμεξεκληρίζατεξεκλήριζαν / ξεκληρίζαν / ξεκληρίζανε
Αόριστοςξεκλήρισαξεκλήρισεςξεκλήρισεξεκληρίσαμεξεκληρίσατεξεκλήρισαν / ξεκληρίσαν / ξεκληρίσανε
Μέλλονταςθα ξεκληρίζω / θα ξεκληρίσωθα ξεκληρίζεις / θα ξεκληρίσειςθα ξεκληρίζει / θα ξεκληρίσειθα ξεκληρίζουμε / θα ξεκληρίσουμεθα ξεκληρίζετε / θα ξεκληρίσετεθα ξεκληρίζουν / θα ξεκληρίζουνε / θα ξεκληρίσουν / θα ξεκληρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκληρίσειέχεις ξεκληρίσειέχει ξεκληρίσειέχουμε ξεκληρίσειέχετε ξεκληρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκληρίσειείχες ξεκληρίσειείχε ξεκληρίσειείχαμε ξεκληρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεκληρίσει / να ξεκληρίζω / να ξεκληρίσωνα έχεις ξεκληρίσει / να ξεκληρίζεις / να ξεκληρίσειςνα έχει ξεκληρίσει / να ξεκληρίζει / να ξεκληρίσεινα έχουμε ξεκληρίσει / να ξεκληρίζουμε / να ξεκληρίσουμενα έχετε ξεκληρίσει / να ξεκληρίζετε / να ξεκληρίσετενα ξεκληρίζουν / να ξεκληρίζουνε / να ξεκληρίσουν / να ξεκληρίσουνε
Προστακτική—ξεκλήριζε / ξεκλήρισε——ξεκληρίζετε / ξεκληρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →