ξεκληρίζω
•
- σκοτώνω εξ αμελείας ή σκοπίμως τα μέλη μιας οικογένειας Βικιλεξικό
- Τετραμελής οικογένεια ξεκληρίστηκε τα ξημερώματα σε τροχαίο στην...
- μεταφορικάσκοτώνω πολλά άτομα μίας ομάδας Βικιλεξικό
- μεταφορικάεξοντώνω, αποτελειώνω την ποιότητα ζωής, καταστρέφω την οικονομική ζωή και τη δυνατότητα απόκτησης ή κληροδότησης γης Βικιλεξικό
- στη Βραζιλία, που ξεκληριζουν κάθε ίχνος ελπίδας και ζωής από δεκάχρονα παιδιά
- ..της ΕΕ, που ξεκληρίζει τη μικρομεσαία αγροτιά και καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις
Ετυμολογία
ξεκληρίζω < μεσαιωνική ελληνική ξεκληρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκληρίζω | ξεκληρίζεις | ξεκληρίζει | ξεκληρίζουμε | ξεκληρίζετε | ξεκληρίζουν / ξεκληρίζουνε |
| Παρατατικός | ξεκλήριζα | ξεκλήριζες | ξεκλήριζε | ξεκληρίζαμε | ξεκληρίζατε | ξεκλήριζαν / ξεκληρίζαν / ξεκληρίζανε |
| Αόριστος | ξεκλήρισα | ξεκλήρισες | ξεκλήρισε | ξεκληρίσαμε | ξεκληρίσατε | ξεκλήρισαν / ξεκληρίσαν / ξεκληρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκληρίζω / θα ξεκληρίσω | θα ξεκληρίζεις / θα ξεκληρίσεις | θα ξεκληρίζει / θα ξεκληρίσει | θα ξεκληρίζουμε / θα ξεκληρίσουμε | θα ξεκληρίζετε / θα ξεκληρίσετε | θα ξεκληρίζουν / θα ξεκληρίζουνε / θα ξεκληρίσουν / θα ξεκληρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκληρίσει | έχεις ξεκληρίσει | έχει ξεκληρίσει | έχουμε ξεκληρίσει | έχετε ξεκληρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκληρίσει | είχες ξεκληρίσει | είχε ξεκληρίσει | είχαμε ξεκληρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκληρίσει / να ξεκληρίζω / να ξεκληρίσω | να έχεις ξεκληρίσει / να ξεκληρίζεις / να ξεκληρίσεις | να έχει ξεκληρίσει / να ξεκληρίζει / να ξεκληρίσει | να έχουμε ξεκληρίσει / να ξεκληρίζουμε / να ξεκληρίσουμε | να έχετε ξεκληρίσει / να ξεκληρίζετε / να ξεκληρίσετε | να ξεκληρίζουν / να ξεκληρίζουνε / να ξεκληρίσουν / να ξεκληρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκλήριζε / ξεκλήρισε | — | — | ξεκληρίζετε / ξεκληρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →