ξεκοκαλίζω
•
- αφαιρώ τα κόκαλα από ένα κομμάτι κρέας Βικιλεξικό
- τρώω όλο το ψαχνό από ένα κομμάτι κρέας και αφήνω μόνο τα κόκαλα Βικιλεξικό
- μεταφορικάξοδεύω ολοκληρωτικά Βικιλεξικό
- ξεκοκάλισε όλη την πατρική περιουσία και έμεινε στο τέλος άφραγκος
Ετυμολογία
ξεκοκαλίζω < ξε- + κόκαλο + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκοκαλίζω | ξεκοκαλίζεις | ξεκοκαλίζει | ξεκοκαλίζουμε | ξεκοκαλίζετε | ξεκοκαλίζουν / ξεκοκαλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεκοκάλιζα | ξεκοκάλιζες | ξεκοκάλιζε | ξεκοκαλίζαμε | ξεκοκαλίζατε | ξεκοκάλιζαν / ξεκοκαλίζαν / ξεκοκαλίζανε |
| Αόριστος | ξεκοκάλισα | ξεκοκάλισες | ξεκοκάλισε | ξεκοκαλίσαμε | ξεκοκαλίσατε | ξεκοκάλισαν / ξεκοκαλίσαν / ξεκοκαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεκοκαλίζω / θα ξεκοκαλίσω | θα ξεκοκαλίζεις / θα ξεκοκαλίσεις | θα ξεκοκαλίζει / θα ξεκοκαλίσει | θα ξεκοκαλίζουμε / θα ξεκοκαλίσουμε | θα ξεκοκαλίζετε / θα ξεκοκαλίσετε | θα ξεκοκαλίζουν / θα ξεκοκαλίζουνε / θα ξεκοκαλίσουν / θα ξεκοκαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκοκαλίσει | έχεις ξεκοκαλίσει | έχει ξεκοκαλίσει | έχουμε ξεκοκαλίσει | έχετε ξεκοκαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκοκαλίσει | είχες ξεκοκαλίσει | είχε ξεκοκαλίσει | είχαμε ξεκοκαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκοκαλίσει / να ξεκοκαλίζω / να ξεκοκαλίσω | να έχεις ξεκοκαλίσει / να ξεκοκαλίζεις / να ξεκοκαλίσεις | να έχει ξεκοκαλίσει / να ξεκοκαλίζει / να ξεκοκαλίσει | να έχουμε ξεκοκαλίσει / να ξεκοκαλίζουμε / να ξεκοκαλίσουμε | να έχετε ξεκοκαλίσει / να ξεκοκαλίζετε / να ξεκοκαλίσετε | να ξεκοκαλίζουν / να ξεκοκαλίζουνε / να ξεκοκαλίσουν / να ξεκοκαλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκοκάλιζε / ξεκοκάλισε | — | — | ξεκοκαλίζετε / ξεκοκαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →