Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκολλημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που ήταν κολλημένος αλλά τώρα είτε κάποιος τον έχει αποσπάσει από τη θέση του ή έχει ξεκολλήσει μόνος του (π.χ. από φθορά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκολλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεκολλώ

Άλλοι τύποι

ξεκολλημέναξεκολλημένεξεκολλημένεςξεκολλημένηξεκολλημένηςξεκολλημένοξεκολλημένοιξεκολλημένοςξεκολλημένουξεκολλημένουςξεκολλημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →