ξεκολλημένος
•
- που ήταν κολλημένος αλλά τώρα είτε κάποιος τον έχει αποσπάσει από τη θέση του ή έχει ξεκολλήσει μόνος του (π.χ. από φθορά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκολλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεκολλώ
Άλλοι τύποι
ξεκολλημέναξεκολλημένεξεκολλημένεςξεκολλημένηξεκολλημένηςξεκολλημένοξεκολλημένοιξεκολλημένοςξεκολλημένουξεκολλημένουςξεκολλημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →