Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκουκουλώνω

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάαφαιρώ την κουκούλα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποκαλύπτω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκουκουλώνω < ξε- + κουκουλώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκουκουλώνωξεκουκουλώνειςξεκουκουλώνειξεκουκουλώνουμεξεκουκουλώνετεξεκουκουλώνουν / ξεκουκουλώνουνε
Παρατατικόςξεκουκούλωναξεκουκούλωνεςξεκουκούλωνεξεκουκουλώναμεξεκουκουλώνατεξεκουκουλώναν / ξεκουκουλώνανε / ξεκουκούλωναν
Αόριστοςξεκουκούλωσαξεκουκούλωσεςξεκουκούλωσεξεκουκουλώσαμεξεκουκουλώσατεξεκουκουλώσαν / ξεκουκουλώσανε / ξεκουκούλωσαν
Μέλλονταςθα ξεκουκουλώνω / θα ξεκουκουλώσωθα ξεκουκουλώνεις / θα ξεκουκουλώσειςθα ξεκουκουλώνει / θα ξεκουκουλώσειθα ξεκουκουλώνουμε / θα ξεκουκουλώσουμεθα ξεκουκουλώνετε / θα ξεκουκουλώσετεθα ξεκουκουλώνουν / θα ξεκουκουλώνουνε / θα ξεκουκουλώσουν / θα ξεκουκουλώσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκουκουλώσειέχεις ξεκουκουλώσειέχει ξεκουκουλώσειέχουμε ξεκουκουλώσειέχετε ξεκουκουλώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκουκουλώσειείχες ξεκουκουλώσειείχε ξεκουκουλώσειείχαμε ξεκουκουλώσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεκουκουλώσει / να ξεκουκουλώνω / να ξεκουκουλώσωνα έχεις ξεκουκουλώσει / να ξεκουκουλώνεις / να ξεκουκουλώσειςνα έχει ξεκουκουλώσει / να ξεκουκουλώνει / να ξεκουκουλώσεινα έχουμε ξεκουκουλώσει / να ξεκουκουλώνουμε / να ξεκουκουλώσουμενα έχετε ξεκουκουλώσει / να ξεκουκουλώνετε / να ξεκουκουλώσετενα ξεκουκουλώνουν / να ξεκουκουλώνουνε / να ξεκουκουλώσουν / να ξεκουκουλώσουνε
Προστακτική—ξεκουκούλωνε / ξεκουκούλωσε——ξεκουκουλώνετε / ξεκουκουλώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →