ξεκουμπώνω
•
- ανοίγω κάτι (συνήθως ρούχο), βγάζοντας τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες ή με την απελευθέρωση ενός παρεμφερή μηχανισμού Βικιλεξικό
- Ξεκούμπωσε το πουκάμισό σου!
Ετυμολογία
ξεκουμπώνω < ξε + κουμπώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκουμπώνω | ξεκουμπώνεις | ξεκουμπώνει | ξεκουμπώνουμε | ξεκουμπώνετε | ξεκουμπώνουν / ξεκουμπώνουνε |
| Παρατατικός | ξεκούμπωνα | ξεκούμπωνες | ξεκούμπωνε | ξεκουμπώναμε | ξεκουμπώνατε | ξεκουμπώναν / ξεκουμπώνανε / ξεκούμπωναν |
| Αόριστος | ξεκούμπωσα | ξεκούμπωσες | ξεκούμπωσε | ξεκουμπώσαμε | ξεκουμπώσατε | ξεκουμπώσαν / ξεκουμπώσανε / ξεκούμπωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξεκουμπώνω / θα ξεκουμπώσω | θα ξεκουμπώνεις / θα ξεκουμπώσεις | θα ξεκουμπώνει / θα ξεκουμπώσει | θα ξεκουμπώνουμε / θα ξεκουμπώσουμε | θα ξεκουμπώνετε / θα ξεκουμπώσετε | θα ξεκουμπώνουν / θα ξεκουμπώνουνε / θα ξεκουμπώσουν / θα ξεκουμπώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκουμπώσει | έχεις ξεκουμπώσει | έχει ξεκουμπώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκουμπώσει | είχες ξεκουμπώσει | είχε ξεκουμπώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκουμπώσει / να ξεκουμπώνω / να ξεκουμπώσω | να έχεις ξεκουμπώσει / να ξεκουμπώνεις / να ξεκουμπώσεις | να έχει ξεκουμπώσει / να ξεκουμπώνει / να ξεκουμπώσει | να ξεκουμπώνουμε / να ξεκουμπώσουμε | να ξεκουμπώνετε / να ξεκουμπώσετε | να ξεκουμπώνουν / να ξεκουμπώνουνε / να ξεκουμπώσουν / να ξεκουμπώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε ξεκουμπωμένο / ξεκούμπωνε / ξεκούμπωσε | — | — | ξεκουμπώνετε / ξεκουμπώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεκουμπώθηκαξεκουμπώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →