ξεκουρδίζω
•
- μουσικήχαλαρώνω τις χορδές ενός οργάνου, χαλάω το κούρδισμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκουρδίζω < ξε- + κουρδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεκουρδίζω | ξεκουρδίζεις | ξεκουρδίζει | ξεκουρδίζουμε | ξεκουρδίζετε | ξεκουρδίζουν / ξεκουρδίζουνε |
| Παρατατικός | ξεκούρδιζα | ξεκούρδιζες | ξεκούρδιζε | ξεκουρδίζαμε | ξεκουρδίζατε | ξεκουρδίζαν / ξεκουρδίζανε / ξεκούρδιζαν |
| Αόριστος | ξεκούρδισα | ξεκούρδισες | ξεκούρδισε | ξεκουρδίσαμε | ξεκουρδίσατε | ξεκουρδίσαν / ξεκουρδίσανε / ξεκούρδισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεκουρδίζω / θα ξεκουρδίσω | θα ξεκουρδίζεις / θα ξεκουρδίσεις | θα ξεκουρδίζει / θα ξεκουρδίσει | θα ξεκουρδίζουμε / θα ξεκουρδίσουμε | θα ξεκουρδίζετε / θα ξεκουρδίσετε | θα ξεκουρδίζουν / θα ξεκουρδίζουνε / θα ξεκουρδίσουν / θα ξεκουρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεκουρδίσει | έχεις ξεκουρδίσει | έχει ξεκουρδίσει | έχουμε ξεκουρδίσει | έχετε ξεκουρδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεκουρδίσει | είχες ξεκουρδίσει | είχε ξεκουρδίσει | είχαμε ξεκουρδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεκουρδίσει / να ξεκουρδίζω / να ξεκουρδίσω | να έχεις ξεκουρδίσει / να ξεκουρδίζεις / να ξεκουρδίσεις | να έχει ξεκουρδίσει / να ξεκουρδίζει / να ξεκουρδίσει | να έχουμε ξεκουρδίσει / να ξεκουρδίζουμε / να ξεκουρδίσουμε | να έχετε ξεκουρδίσει / να ξεκουρδίζετε / να ξεκουρδίσετε | να ξεκουρδίζουν / να ξεκουρδίζουνε / να ξεκουρδίσουν / να ξεκουρδίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεκούρδιζε / ξεκούρδισε | — | — | ξεκουρδίζετε / ξεκουρδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →