Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκουτιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικότο άτομο τρίτης ηλικίας που παρουσιάζει άνοια ή έκπτωση των διανοητιών λειτουργιών του, που ξεκουτιαίνεται Βικιλεξικό
    • Τέτοιος ξεκουτιάρης εἶν ̓ ὁ γέρος μου· ὅ,τι τοῦ κατέβῃ στὸ ξερό του, δύσκολα τοῦ τὸ βγάζεις (Παρνασσός, τόμος 17, 1894μ σελ. 674)

Ετυμολογία

ξεκουτιάρης < ξεκούτ(ης) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκουτιάρηςξεκουτιάραξεκουτιάρικο
Γενικήξεκουτιάρηξεκουτιάραςξεκουτιάρικου
Αιτιατικήξεκουτιάρηξεκουτιάραξεκουτιάρικο
Κλητικήξεκουτιάρηξεκουτιάραξεκουτιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεκουτιάρηδεςξεκουτιάρεςξεκουτιάρικα
Γενικήξεκουτιάρηδων—ξεκουτιάρικων
Αιτιατικήξεκουτιάρηδεςξεκουτιάρεςξεκουτιάρικα
Κλητικήξεκουτιάρηδεςξεκουτιάρεςξεκουτιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →