Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκουφαίνω

ρήμα
•
  1. σε σχήμα υπερβολήςφωνάζω ή θορυβώ τόσο δυνατά ώστε να προκαλέσω κώφωση σε αυτόν που ακούει Βικιλεξικό
  2. προξενώ εξαιρετικά μεγάλη έκπληξη σε κάποιον λέγοντάς του κάτι ολότελα παράδοξο και απρόσμενο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκουφαίνω: ξε- + κουφαίνω < αρχαία ελληνική ἐκκωφόω, -ῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεκουφαίνωξεκουφαίνειςξεκουφαίνειξεκουφαίνουμεξεκουφαίνετεξεκουφαίνουν / ξεκουφαίνουνε
Παρατατικόςξεκούφαιναξεκούφαινεςξεκούφαινεξεκουφαίναμεξεκουφαίνατεξεκουφαίναν / ξεκουφαίνανε / ξεκούφαιναν
Αόριστοςξεκούφαναξεκούφανεςξεκούφανεξεκουφάναμεξεκουφάνατεξεκουφάναν / ξεκουφάνανε / ξεκούφαναν
Μέλλονταςθα ξεκουφάνω / θα ξεκουφαίνωθα ξεκουφάνεις / θα ξεκουφαίνειςθα ξεκουφάνει / θα ξεκουφαίνειθα ξεκουφάνουμε / θα ξεκουφαίνουμεθα ξεκουφάνετε / θα ξεκουφαίνετεθα ξεκουφάνουν / θα ξεκουφάνουνε / θα ξεκουφαίνουν / θα ξεκουφαίνουνε
Παρακείμενοςέχω ξεκουφάνειέχεις ξεκουφάνειέχει ξεκουφάνειέχουμε ξεκουφάνειέχετε ξεκουφάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεκουφάνειείχες ξεκουφάνειείχε ξεκουφάνειείχαμε ξεκουφάνειείχατε ξεκουφάνει—
Υποτακτικήνα έχω ξεκουφάνει / να ξεκουφάνω / να ξεκουφαίνωνα έχεις ξεκουφάνει / να ξεκουφάνεις / να ξεκουφαίνειςνα έχει ξεκουφάνει / να ξεκουφάνει / να ξεκουφαίνεινα έχουμε ξεκουφάνει / να ξεκουφάνουμε / να ξεκουφαίνουμενα έχετε ξεκουφάνει / να ξεκουφάνετε / να ξεκουφαίνετενα ξεκουφάνουν / να ξεκουφάνουνε / να ξεκουφαίνουν / να ξεκουφαίνουνε
Προστακτική—ξεκούφαινε / ξεκούφανε——ξεκουφάνετε / ξεκουφαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →