Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεκούτης

/kseˈku.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει ξεκουτιάνει, συνώνυμο του ξεκουτιάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεκούτης < ξε- ξεκουτ(ιαίνω) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεκούτηςξεκούτηδες
Γενικήξεκούτηξεκούτηδων
Αιτιατικήξεκούτηξεκούτηδες
Κλητικήξεκούτηξεκούτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →