ξεκούτης
•
- προφορικόπου έχει ξεκουτιάνει, συνώνυμο του ξεκουτιάρης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεκούτης < ξε- ξεκουτ(ιαίνω) + -ης (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκούτης | ξεκούτηδες |
| Γενική | ξεκούτη | ξεκούτηδων |
| Αιτιατική | ξεκούτη | ξεκούτηδες |
| Κλητική | ξεκούτη | ξεκούτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →