ξεκρέμαστος
•
- που δεν κρέμεται από κάποιο σημείο Βικιλεξικό
- έχει περάσει ένας μήνας από τότε που μετακομίσαμε και ακόμα όλοι οι πίνακες είναι ακόμα ξεκρέμαστοι
- μεταφορικάπου δεν έχει κάποιον/ κάτι να τον στηρίξει υλικά ή/και ηθικά Βικιλεξικό
- περιμένω να έρθεις στο δικαστήριο για μάρτυρας. Μη με αφήσεις ξεκρέμαστο
Ετυμολογία
ξεκρέμαστος < ξεκρεμώ ή ίσως από τον τύπο ξεκρεμάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκρέμαστος | ξεκρέμαστη | ξεκρέμαστο |
| Γενική | ξεκρέμαστου | ξεκρέμαστης | ξεκρέμαστου |
| Αιτιατική | ξεκρέμαστο | ξεκρέμαστη | ξεκρέμαστο |
| Κλητική | ξεκρέμαστε | ξεκρέμαστη | ξεκρέμαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεκρέμαστοι | ξεκρέμαστες | ξεκρέμαστα |
| Γενική | ξεκρέμαστων | ξεκρέμαστων | ξεκρέμαστων |
| Αιτιατική | ξεκρέμαστους | ξεκρέμαστες | ξεκρέμαστα |
| Κλητική | ξεκρέμαστοι | ξεκρέμαστες | ξεκρέμαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →